
Η ιστορία μας εκτυλίσσεται στα χρόνια που τα χρήματα μετριούνταν σε κέρματα ένα ένα, ακόμη κι όταν επρόκειτο για ένα παγωτάκι. Ένα μικρό αγόρι μπήκε σ’ ένα ζαχαροπλαστείο, κάθισε στο τραπέζι και ρώτησε τον σερβιτόρο πόσο κόστιζε το παγωτό με τα φρούτα. «Πενήντα λεπτά», του απάντησε εκείνος.
Το παιδί άνοιξε τη χούφτα του και κοίταξε τα κέρματα. «Και το απλό;» ξαναρώτησε. Ο σερβιτόρος έριξε μια ματιά στους πελάτες που περίμεναν και του απάντησε βιαστικά: «Τριάντα πέντε λεπτά». Το αγόρι μέτρησε άλλη μια φορά τα χρήματά του. «Ένα απλό, παρακαλώ».
Το έφαγε αργά, σαν να ήθελε να κρατήσει λίγο περισσότερο αυτή τη μικρή χαρά. Ύστερα πλήρωσε και έφυγε.
Όταν ο σερβιτόρος γύρισε να μαζέψει το τραπέζι, βρήκε δίπλα στο άδειο πιατάκι δεκαπέντε λεπτά, τοποθετημένα προσεκτικά το ένα δίπλα στο άλλο.
Τότε κατάλαβε. Το παιδί είχε αρκετά χρήματα για το παγωτό που λαχταρούσε. Διάλεξε όμως το απλό, για να αφήσει κάτι και σ’ εκείνον.
Κι εκείνος, που πριν από λίγο το είχε περάσει για ένα παιδί που δεν του έφταναν τα χρήματα, στάθηκε μπροστά στο άδειο πιατάκι και ένιωσε πως του είχε δοθεί κάτι πολύ μεγαλύτερο από ένα φιλοδώρημα.❤️
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου