
Το πρωί το παλιό μας Fiat ήταν ήδη φορτωμένο. Βαλίτσες, καλάθια με κεράσια για τον δρόμο, κι εγώ κολλημένος στο τζάμι να μετράω τα χιλιόμετρα μέχρι το χωριό του παππού.
Φτάναμε βράδυ. Το σπίτι μύριζε ασβέστη και βασιλικό. Ο παππούς περίμενε στην αυλή με το τσιγάρο σβηστό στο αυτί και τη γιαγιά να φωνάζει από την κουζίνα: «Ήρθαν τα παιδιά μου!»

«Χάσαμε τα αυτοκίνητα, τα κινητά μας, τα ακίνητα μας, τα επιδόματα του Πάσχα και των Χριστουγέννων. Χάσαμε τον ύπνο μας, τη δουλειά μας, το μαγαζάκι, το καφενείο, την επιχείρηση ρούχων, παπουτσιών, την ιστορία μας, το 1821, τη Σμύρνη, τη Μ. Ασία. Χάσαμε τα καπέλα μας, την αξιοπρέπεια μας, την μπέσα μας, τις πνευματικές μας αξίες, τις αξίες στο χρηματιστήριο, τις καρέκλες μιας εποχής στο Δημοπρατήριο, τις ντουλάπες, τους καθρέφτες.

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΒΓΑΛΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΖΩΗ
Λαογραφική καταγραφή Ηλίας Τουτούνης
Ένας πατέρας είχε ένα μοναχοπαίδι αγόρι. Το μεγάλωσε το σπούδαξε και το έκανε έναν καλό επιστήμονα. Αυτό παντρεύτηκε και πήρε μια γυναίκα γέννημα θρέμμα Αθηναία. Ο γέρος με τις οικονομίες του που είχε πούλησε και ένα χωράφι και τους αγόρασε ένα υπερπολυτελές σπίτι στην Αθήνα.

