
Γράφει ο Χρήστος Α.Τούμπουρος
«Άντρας είσαι εσύ μωρέ μούκακα; Σ’ έβαλε μέσα στο βρακί της αυτή η σιακαφλόρα που μας την έφερες εδώ. Μπαστακώθ’κε και δε φεύγ’ με τίποτε». Αυτές τις λέξεις τις εκτόξευε κατ’ αποκλειστικότητα η πεθερά. Ιδιαίτερα όταν η νύφη είχε μια κάποια προσωπικότητα και επιπλέον το έλεγε και η ψυχούλα της. Με λίγα λόγια είχε άποψη και τη διατύπωνε. Δεν κώλωνε και πάντα στόλιζε κατάλληλα την πεθερά. Αυτού του είδους η πεθερά ήταν αληθινή αντροχωρίστρα, γιατί «πες, πες ίσως και να πετύχαινε το έργο της». Στην περίπτωση αυτή κυριολεκτείται ο υβριστικός ορισμός της αντροχωρίστρας η οποία με χίλιες δυο ραδιουργίες και «άτιμες πράξεις» προσπαθεί να χωρίσει ένας άντρας τη γυναίκα του. «Α, μωρή κρούνα, θα πάρω τον κόπανο και θα σου τον φ’σήσω κατακούτελα να σε στείλω καταδιαόλ’». Τον κόπανο δεν τον «φύσαγε» πουθενά, αλλά το στόμα της λειτουργούσε μεθοδικά, επίμονα και -δυστυχώς- πολλές φορές αποτελεσματικά. «Έβαλε τ’ όνομα του πατέρα της και τώρα φουρλατάει. Πού θα μ’ πάει, ταχιά θα της αργάσω εγώ το τομάρ’. Ίσως ξυπνήσ’ εκείνο το βόδι το δικό μου και την ξαποστείλ’ από ‘κει που ‘ρθε».