Ο πατέρας της, καθόταν στην αυλή του πατρικού σπιτιού τους. Όταν βγήκε στη σύνταξη ο καθηγητής, πήρε την καλή του και κατέβηκαν στα λημέρια που αναστήθηκαν. Η κόρη τους ανησυχούσε, ιδιαίτερα μετά το εγκεφαλικό, που τον ανάγκασε να βαστά μπαστούνι. Κάθε Σάββατο πήγαινε να τους κάνει συντροφιά, να βοηθήσει τη μάνα και να κουβεντιάζει με τον πατέρα. Προσπαθούσε να τον πείσει να γυρίσουν πίσω, στα Βριλήσσια. Το πατρικό τους ήταν και το δικό της σημείο αναφοράς, στα καλοκαίρια της που πέρασαν. Τα παιχνίδια με τα ξαδέλφια, τους λουκουμάδες της γιαγιάς, το χωνάκι παγωτό που έσταζε στα μικρά χεράκια της. Χωρίς «βολές», με τη σκάφη να κρέμεται από το καρφί στον τοίχο, εκεί που τους ξέπλενε έναν- έναν στη σειρά, κάνοντας οικονομία στο νερό. Τα ταψιά με τις πίτες να βγαίνουν από το χτιστό φούρνο της….




.jpg)





