Όλα όσα γράφτηκαν δέκα χρόνια μετά την Μικρασιατική Καταστροφή για την ημέρα που αποτέλεσε την αρχή του τέλους του μικρασιατικού Ελληνισμού.Η 31η Αυγούστου του 1922 έχει χαραχτεί στην ελληνική συλλογική μνήμη ως η ημέρα έναρξης της Kαταστροφής της Σμύρνης που αποτέλεσε και τον τραγικό επίλογο της Μικρασιατικής Καταστροφής.Στις 31 Αυγούστου του 1932, όταν συμπληρώνονταν δέκα μόλις χρόνια από τα τραγικά εκείνα γεγονότα όλα ήταν ακόμα νωπά. Γράφουν όχι ιστορικοί αλλά εκείνοι που έζησαν την ανείπωτη τραγωδία.
![]() |
| «ΑΘΗΝΑΪΚΑ ΝΕΑ»,31.8.1932, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ» |
»Έτσι η Σμύρνη, “η κορώνα της Ιωνίας”, όπως λέγει ο κ. Προκοπίου εις ένα ωραίο βιβλιαράκι του – «η Σμύρνη με τους χαρούμενους χριστιανικούς μαχαλάδες της και τα ντουρσέκια της, με τα χαριτωμένα σπιτάκια της, με τα σαχνισίνια της, με τα μερακλίδικα και στολισμένα με γλάστρες μπαλκόνια της, με της είκοσι μεγάλες εκκλησίες και τα καμπαναριά της, το μουσείο και τη βιβλιοθήκη και τα σχολεία της, με την ευαγγελική της σχολή, πνευματικό φάρο της ελληνικής Μικράς Ασίας και το νοσοκομείο της, η Σμύρνη με τα πλούτη της και τα φώτα της και της ωμορφιές της, η Σμύρνη η ζηλευτή και χαριτωμένη, η γεμάτη μαγεία, η καμαρωτού, η ανοιχτόκαρδη, η φιλόξενη, η εύθυμη, η τιμημένη, η θρήσκα, η Ελληνοπούλα, η Γκιαούρ Ισμίρ, έγινε σε λίγες ώρες μια φοβερή κόλασις φωτιάς και καπνού, για να καταλήξη σε δυό μέρες ένα φρικτό καρβουναριό γεμάτο αποκαΐδια, μια πελώρια έκτασις ερειπίων και φοβεράς άσβολης από την οποίαν ανεδίδετο επί ημέρας η φρικιαστική τσίκνα καμένων σαρκών, ζώων και άνθρωπων που απετεφρώθησαν μέσα στα σπίτια φρικτά ολοκαυτώματα».Στην προκυμαία»Όσω για της σκηνές της φρίκης και της κολάσεως που εξετυλίχθησαν τότε, ποιος θα είχε το κουράγιο να τς περιγράψει; Ποιος θα μπορούσε να δώση μίαν έστω και μόνον σχετικώτατα αξία της φρίκης, της πραγματικότητος εντύπωσι από της τραγωδίες που εξετυλίχθησαν εκείνη την Τετάρτη ιδίως, εις τους δρόμους και τις συνοικίες της Σμύρνης;»Πώς θα ήτο δυνατόν να περιγραφή η σκηνή του καταποντισμού της γκαζελίνης, της μεγάλης βενζινακάτου η οποία αναποδογύρισε υπό το βάρος του αμέτρου κόσμου των γυναικοπαίδων τα οποία δι ωκόμενα από τη φωτιά και το βόλι ή το φάσγανον των εμπρηστών και των σφαγέων εζητούσαν τη σωτηρία όπου μπορούσαν;
»Ποιος θα πη για της Ελληνοπούλες που ητιμάσθησαν εμπρός εις τα μάτια ανίσχυρων αδελφών ή πατέρων, για τις μάνες από τις ανοιχθείσες με σκληρότατον αστσάλι κοιλιές των οποίων απεσπάσθησαν οι άωροι καρποί;»Ποιος για τα παλληκάρια που εσφάγησαν σαν αρνιά; Ποιος για τους ιερείς που εκρεμάσθησαν; (…) Για τους γέρους που αφέθηκαν να καούν σαν ποντίκια μέσα εις τα πυρπολούμενα σπίτια, ποιος για την αγωνία των ανθρώπων που ηναγκάσθησαν να καταφύγουν εις τους τάφους του νεκροταφείου, διαμφισβητούντες μια γωνιά από τους σκελετούς και τα λείψανα, διότι είχε πραγματοποιηθή η φρίκη που ο λαός εικονίζει με την σπαρακτικήν επίκλησιν “εβγάτε πεθαμμένοι να μπουν οι ζωντανοί”;Διαμαντής Γιάννης
![]() |
| «ΑΘΗΝΑΪΚΑ ΝΕΑ»,31.8.1932, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ» |






Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου