Tο μύνημα της ημέρας

Με ενδιαφέρει μονάχα η γνώμη των ανθρώπων που αγαπώ

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

Δεν θέλαμε τίποτα, και αυτό ήταν το πιο παράξενο, ότι δεν θέλαμε τίποτα

 

Ήταν το καλοκαίρι που δεν ήθελε να μετρηθεί με μέρες, εκείνο που κρατούσε όσο κρατάει μια ανάσα όταν είσαι παιδί. Η ζέστη δεν ήταν εχθρός, ήταν ένα δεύτερο ρούχο πάνω μας, αλμυρή και κολλώδης, και η άμμος είχε μπει παντού, στα μαλλιά, στις τσέπες, ανάμεσα στα δάχτυλα, σαν να είχε γίνει μέρος του δέρματος.

Από το πρωί μέχρι να μας φωνάξουν, τρέχαμε ξυπόλητοι πίσω από μια μπάλα που όλο χανόταν, πέφταμε στα νερά που ήταν πράσινα και κρύα τόσο που σου έκοβε την ανάσα για ένα δευτερόλεπτο και μετά σε έκανε να γελάς, μέχρι που τα χείλη μας άσπριζαν και η πείνα ερχόταν σαν ζάλη.
Το σούρουπο μας βρήκε κουρασμένους αλλά πολύ ευτυχισμένους. Το ουρανός είχε ένα ροζ βιολετί που απλωνόταν παντού και τα πόδια δεν μας κρατούσαν άλλο από την κούραση.

 Η μάνα είχε ήδη στρώσει μια ψάθα στην άμμο που τρυπούσε λίγο, δυο μαξιλάρια και ένα σεντόνι που μύριζε πράσινο σαπούνι και αυτό ήταν όλο.
Ξαπλώσαμε ο ένας κοντά στον άλλον, όπως βολευόταν ο καθένας με τα πόδια μπλεγμένα και αγκαλιασμένοι. Η θάλασσα είχε αναλάβει να μας νανουρίσει με τον δικό της ρυθμό και ο αέρας που σήκωνε το κύμα ήταν δροσερός και έμπαινε κάτω από το σεντόνι και μας ανατρίχιαζε ευχάριστα. 

Το φως από την ταβέρνα έφτανε μέχρι εμάς, μια ζεστή πορτοκαλί κηλίδα πάνω στα κλειστά μας βλέφαρα, και οι φωνές των μεγάλων πίσω μας, τα πιάτα, τα γέλια, γίνονταν όλο και πιο μακρινά, ώσπου έγιναν κι αυτά μέρος του κύματος.
Δεν θέλαμε τίποτα, και αυτό ήταν το πιο παράξενο, ότι δεν θέλαμε τίποτα. Η αμμουδιά μας κρατούσε σαν κούνια, ο ουρανός είχε απλωθεί από πάνω μας σαν σκέπη και όλος ο κόσμος είχε μαζευτεί σε εκείνα τα λίγα τετραγωνικά ψάθας.

 Τα πέδιλά μας πεταμένα όπως έτυχε, οι τσάντες ανοιχτές, ένα θερμός με νερό για την δίψα της νύχτας και η ζεστασιά από το ένα σώμα στο άλλο, η σιγουριά ότι αν γυρίσεις θα βρεις εκεί τον αδερφό σου, ότι αν απλώσεις το χέρι θα πιάσεις άμμο ακόμα ζεστή, και ύστερα ο ύπνος, βαθύς και καθαρός, χωρίς όνειρα, σαν βουτιά σε νερό που δεν τελειώνει ποτέ.

 Ήμασταν απλώς ευτυχισμένοι και βυθισμένοι σε έναν βαθύ, αθώο ύπνο, ασφαλείς και ελεύθεροι.
Άννα Δανάλη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου