Tο μύνημα της ημέρας

Ο έρωτας δεν περιμένει τους δειλούς

Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

Όταν γεννήθηκαν οι Κήποι του Ζαππείου Νέα αρχειακά τεκμήρια φωτίζουν την άγνωστη ιστορία τους


Ιστορική Ευθύνη

Η ιστορία του Ζαππείου και των Κήπων του επανέρχεται κάθε φορά που τίθεται ζήτημα αλλοιώσεως του χαρακτήρα τους. Το απέδειξε πρόσφατα η έντονη αντίδραση που προκάλεσε η απόπειρα εγκαταστάσεως μεγάλων κατασκευών στον ιστορικό χώρο. Η δημόσια κατακραυγή υπενθύμισε ότι οι Κήποι του Ζαππείου αποτελούν ένα ιστορικό τοπίο, προϊόν οράματος, σχεδιασμού, κόπου και συνεχούς φροντίδας επί περισσότερο από έναν αιώνα.

Κάθε δένδρο, κάθε διάδρομος και κάθε παρτέρι αφηγείται μια ιστορία ανθρώπων που εργάσθηκαν για να χαρίσουν στην πρωτεύουσα έναν κήπο αντάξιο της ιστορίας της. Η προστασία αυτού του χώρου είναι ζήτημα αισθητικής ευαισθησίας και περιβαλλοντικής μέριμνας. Ταυτοχρόνως, όμως, είναι ζήτημα σεβασμού προς τη μνήμη της πόλεως και προς εκείνους που τη διαμόρφωσαν.

Οι Αθηναίοι του 21ου αιώνα αντέδρασαν όπως ακριβώς θα αντιδρούσαν και οι προκάτοχοί τους από τα τέλη του 19ου αιώνα, όταν έβλεπαν να απειλείται ο αγαπημένος τους περίπατος. Και αυτό αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη εγγύηση ότι το Ζάππειο εξακολουθεί να ανήκει στην πόλη και στους ανθρώπους της.

Ο Αντώνιος Σμιθ, ο Ποθητός Ματόν και οι κήποι του Ζαππείου

Κάθε ημέρα χιλιάδες Αθηναίοι διασχίζουν την περιοχή του Ζαππείου και ακόμη περισσότεροι ασχολήθηκαν με τα έργα που πραγματοποιήθηκαν στη Λεωφόρο Βασιλίσσης Όλγας. Ελάχιστοι, ωστόσο, αναρωτιούνται πότε και από ποιους δημιουργήθηκαν οι θαυμάσιοι Κήποι. Η παρουσία τους φαντάζει τόσο φυσική στον σύγχρονο πολίτη, ώστε δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι υπήρχαν πάντοτε εκεί. Οι νεραντζιές, οι ευκάλυπτοι, τα πεύκα, οι ανθώνες και οι δενδροστοιχίες αποτελούν σήμερα ένα αυτονόητο τμήμα της εικόνας της πρωτεύουσας, όπως το Παναθηναϊκό Στάδιο, ο Εθνικός Κήπος ή οι Στύλοι του Ολυμπίου Διός.

Και όμως, τίποτε δεν ήταν αυτονόητο. Οι κήποι που γνωρίζουμε σήμερα χρειάστηκαν δεκαετίες επίμονης προσπάθειας, επαναλαμβανόμενων φυτεύσεων, τεχνικών έργων, επιστημονικών γνωμοδοτήσεων και καθημερινού αγώνα απέναντι στη λειψυδρία και στις αντιξοότητες. Ακόμη περισσότερο χρειάστηκαν την ανθρώπινη παρέμβαση. Έναν βοτανικό, έναν οραματιστή διοικητικό παράγοντα, έναν γεωπόνο, έναν ανακτορικό αρχικηπουρό, δύο κορυφαίους επιστήμονες της εποχής και έναν νεαρό Γάλλο μηχανικό που έμελλε να αφήσει ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στην εικόνα των Αθηνών. Η ιστορία αρχίζει από τον Θεόδωρο Ορφανίδη.

Θεόδωρος Ορφανίδης (1817-1886). Χαρακτικό τέλη 19ου αιώνα.

«Ο Κήπος του Ορφανίδη»

Για πολλές δεκαετίες η περιοχή ήταν γνωστή στους Αθηναίους ως «Κήπος του Ορφανίδη». Το όνομα επιβίωσε ακόμη και όταν ο ίδιος ο καθηγητής είχε πλέον φύγει από τη ζωή, γεγονός που δείχνει πόσο ισχυρή ήταν η σύνδεσή του με τον χώρο. Ο Θεόδωρος Ορφανίδης (1817-1886) υπήρξε καθηγητής Βοτανικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ήταν όμως μία από τις πλέον εμβληματικές προσωπικότητες της επιστημονικής και πνευματικής ζωής του 19ου αιώνα. Ερευνητής της ελληνικής χλωρίδας, σατιρικός ποιητής, δημοσιογράφος και δάσκαλος γενεών επιστημόνων, συνέδεσε το όνομά του όσο λίγοι με τη μελέτη των φυτών στον ελληνικό χώρο.

Η πραγματική ιστορία του κτήματός του που ήταν προς την λεωφόρο Βασ. Αμαλίας είναι ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα. Το ακίνητο ανήκε αρχικά στον ηπειρώτη Χριστόδουλο Κλωνάρη (1788-1849), υπουργό Δικαιοσύνης, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου και γερουσιαστή[1]. Το 1850 αγοράστηκε από την οικογένεια Μπαρουτσάκη και τρία χρόνια αργότερα δόθηκε ως προίκα στην Ευανθία Μωραΐτου όταν εκείνη νυμφεύθηκε τον Θεόδωρο Ορφανίδη. Έτσι ο βοτανικός εγκαταστάθηκε στον χώρο και δημιούργησε έναν κήπο που γρήγορα απέκτησε σχεδόν μυθικές διαστάσεις στη μικρή τότε πρωτεύουσα.

Οι περιγραφές των συγχρόνων μιλούν για έναν χώρο όπου καλλιεργούντο σπάνια φυτά και δένδρα, ενώ λειτουργούσε και ως υπαίθριο εργαστήριο, τόπος παρατηρήσεως και βοτανικών πειραματισμών. Εκεί μεγάλωσαν τα παιδιά της οικογενείας και πέρασαν άνθρωποι των γραμμάτων και της επιστήμης. Εκεί ο Ορφανίδης δοκίμαζε νέες καλλιέργειες και παρατηρούσε τη συμπεριφορά φυτών που είχε συλλέξει από διάφορες περιοχές της χώρας. Όταν όμως η ηλικία και οι περιπέτειες της ζωής άρχισαν να τον καταβάλλουν, ο κήπος έχασε σταδιακά μέρος της παλαιάς ακτινοβολίας του. Ο χώρος αυτός επρόκειτο να αποτελέσει τον πυρήνα ενός πολύ μεγαλύτερου σχεδίου.

Το μεγάλο όραμα γύρω από τον Βασιλικό κήπο και τον Ιλισσό

Στις αρχές της δεκαετίας του 1870 η περιοχή γύρω από το μελλοντικό Ζάππειο δεν θύμιζε σε τίποτε το σημερινό τοπίο. Ο Ιλισσός κυλούσε ακόμη ανοιχτός και οι όχθες του ήταν σε μεγάλο βαθμό αδιαμόρφωτες. Οι πλαγιές του Αρδηττού παρέμεναν γυμνές, ενώ οι ελεύθερες εκτάσεις ανάμεσα στο Στάδιο, στο Ολυμπιείο και στη θέση όπου επρόκειτο να ανεγερθεί το Ζάππειο Μέγαρο έδιναν την εικόνα ενός ημιεγκαταλελειμμένου τοπίου. Τότε, λοιπόν, γεννήθηκε το όραμα στη σκέψη του φιλαθήναιου αξιωματικού του Μηχανικού Εμμανουήλ Μανιτάκη (1809-1883), μέλος της Επιτροπής Ολυμπίων & Κληροδοτημάτων.

Ήταν από τους πρώτους που αντιλήφθηκαν τις δυνατότητες της περιοχής και οραματιζόταν έναν μεγάλο δημόσιο χώρο πρασίνου που θα αγκάλιαζε το Ζάππειο, τον Αρδηττό και τις όχθες του Ιλισσού. Ονειρευόταν πλατάνια κατά μήκος του ποταμού, πεύκα στις πλαγιές του λόφου και έναν ενιαίο χώρο αναψυχής αντάξιο των ευρωπαϊκών πρωτευουσών. Η ιδέα ήταν τολμηρή, αφού η Αθήνα διέθετε ελάχιστους οργανωμένους δημόσιους κήπους και η δημιουργία ενός τόσο μεγάλου χώρου πρασίνου θεωρείτο πρωτοποριακή.

Το 1872 η Επιτροπή Ολυμπίων αποφάσισε να προχωρήσει στην πρώτη μεγάλη δενδροφύτευση κατά μήκος του Ιλισσού. Τα πλατάνια επρόκειτο να εισαχθούν από την Ιταλία και για την επιλογή τους ζητήθηκε η γνώμη του Θεόδωρου Ορφανίδη. Έναν χρόνο αργότερα άρχισε η φύτευση πεύκων στον Αρδηττό, με μεγάλες προσδοκίες, οι οποίες όμως διαψεύσθηκαν.

Χάρτης όπου αποτυπώνεται ο ευρύτερος χώρος του Ζαππείου και των παριλίσσιων (1753). Από τη συλλογή χαρτών του «Συλλόγου των Αθηναίων».

Οι πρώτες αποτυχίες

Τα αρχεία της εποχής καταγράφουν μια πραγματικότητα πολύ διαφορετική από εκείνη που συχνά φανταζόμαστε. Οι πρώτες φυτεύσεις δεν στέφθηκαν από επιτυχία και πολλά από τα νεαρά δένδρα ξεράθηκαν. Οι κλιματικές συνθήκες, η έλλειψη νερού και οι δυσκολίες συντηρήσεως οδήγησαν σε σημαντικές απώλειες. Η Επιτροπή αναγκάσθηκε να επαναλάβει μέρος των εργασιών, ενώ οι σχετικές συζητήσεις επανέρχονταν συχνά στα πρακτικά των συνεδριάσεών της[2].

Η αποτυχία αυτή, ωστόσο, είχε και μια θετική συνέπεια. Έπεισε τους υπευθύνους ότι το έργο δεν μπορούσε να στηριχθεί μόνον στον ενθουσιασμό. Χρειαζόταν επιστημονική γνώση, συστηματική παρακολούθηση και μακροχρόνιο σχεδιασμό. Έτσι η Επιτροπή στράφηκε ακόμη περισσότερο στους ειδικούς, οι οποίοι είχαν ήδη αρχίσει να συγκεντρώνονται γύρω από το μεγάλο εγχείρημα.

Πειραματικός αγρός!

Ανάμεσα στα λιγότερο γνωστά επεισόδια της ιστορίας του Ζαππείου και των κήπων του, βρίσκεται η δημιουργία ενός πειραματικού αγρού το 1874[3]. Η πρωτοβουλία ανήκε στη Ζάππεια Επιτροπή και είχε διπλό χαρακτήρα. Αφ’ ενός συνδεόταν με τις εκθέσεις των Ολυμπίων και την προβολή της ελληνικής γεωργίας. Από την άλλη αποτελούσε μια ευκαιρία για πειραματισμό και επιστημονική παρατήρηση. Την ευθύνη του εγχειρήματος ανέλαβε ο νεαρός γεωπόνος Πονηρόπουλος, ο οποίος είχε μόλις επιστρέψει από σπουδές στην Ευρώπη. Επιστημονικός επόπτης ήταν ο Θεόδωρος Ορφανίδης.

Στον χώρο καλλιεργήθηκαν σιτηρά και όσπρια από διάφορες περιοχές της Ελλάδος αλλά και από το εξωτερικό. Σκοπός ήταν να παρουσιασθούν στους επισκέπτες οι δυνατότητες της ελληνικής παραγωγής και να συγκριθούν ποικιλίες διαφορετικής προελεύσεως. Το εγχείρημα δεν είχε μεγάλη διάρκεια αλλά είχε ιδιαίτερη σημασία. Η περιοχή του Ζαππείου, η οποία προοριζόταν για υψηλό σκοπό και απασχολούσε τα ανώτατα κλιμάκια της Πολιτείας, αντιμετωπιζόταν και ως χώρος καλλωπισμού.

Η διοίκηση της ΕΟΚ εξέφραζε την επιθυμία να συνδυάσει την αισθητική με τη γνώση, τον περίπατο με την επιστήμη και το πράσινο με την πρόοδο. Ήταν αντίληψη εξαιρετικά σύγχρονη για την εποχή και το όραμα διευρυνόταν διαρκώς και συνδυαζόταν με τα μεγαλεπήβολα σχέδια που εκπονούντο για το Μέγαρο και το Παναθηναϊκό Στάδιο. Απουσίαζε ο άνθρωπος που μπορούσε να αναλάβει την πρακτική εφαρμογή του. Εμφανίστηκε το 1877 και ήταν ο Αντώνιος Σμιθ.

Σκαρίφημα της περιοχής του Ζαππείου που συνόδευε Βασιλικό Διάταγμα ( Σεπτέμβριος 1888).

Ο άνθρωπος που φύτεψε πρώτος το Ζάππειο: Ο ανακτορικός αρχικηπουρός Αντώνιος Σμιθ

Όταν η Επιτροπή Ολυμπίων αποφάσισε να καλέσει τον Αντώνιο Σμιθ το 1877, το μεγάλο σχέδιο βρισκόταν ακόμη σε μεταβατικό στάδιο. Είχαν προηγηθεί οι πρώτες δενδροφυτεύσεις, οι απογοητεύσεις από τις απώλειες δένδρων, οι πειραματικές καλλιέργειες και οι συζητήσεις για το μέλλον της περιοχής. Εκείνο που έλειπε ήταν ένας άνθρωπος με εμπειρία, γνώση και πρακτική αντίληψη, ικανός να μετατρέψει ένα όραμα σε οργανωμένο έργο. Ο Αντ. Σμιθ ήταν ο πλέον κατάλληλος. Γιος του Πρωσικής καταγωγής Φρειδερίκου Σμιθ (1797-1889), ο οποίος είχε έλθει στην Ελλάδα το 1833 με το Τάγμα των Βαυαρών που συνόδευαν τον Όθωνα. Συνέδεσε άρρηκτα το όνομά του με τις πρώτες φυτεύσεις του Βασιλικού Κήπου και ανήκε σε οικογένεια που συμμετείχε ενεργά στην διαμόρφωση του αθηναϊκού πρασίνου.

Ως ανακτορικός αρχικηπουρός διέθετε εμπειρία μοναδική για τα ελληνικά δεδομένα της εποχής και η Επιτροπή Ολυμπίων πίστευε ότι μπορούσε να αναλάβει το έργο, το οποίο ξεπερνούσε τις συνήθεις κηποτεχνικές εργασίες. Εντέλει, η επιλογή του αποδείχθηκε καθοριστική αφού για πρώτη φορά η διαμόρφωση του χώρου αντιμετωπιζόταν συστηματικά και οι φυτεύσεις εντάχθηκαν σε σχέδιο. Οι εργασίες αποκτούσαν συνέχεια και οι αποφάσεις λαμβάνονταν με γνώμονα το μέλλον και όχι την πρόσκαιρη εντύπωση. Από τα υφιστάμενα τεκμήρια προκύπτει αβίαστα η διαπίστωση ότι ο Αντώνιος Σμιθ έθεσε τα θεμέλια του έργου, το οποίο στη συνέχεια συνδέθηκε, σχεδόν αποκλειστικά, με τον Ποθητό (Ντεζιρέ) Ματόν[4].

Η πρώτη μεγάλη δενδροφύτευση

Οι εργασίες που ανέλαβε ο Σμιθ δεν περιορίζονταν σε μεμονωμένες παρεμβάσεις. Σκοπός του ήταν να δημιουργήσει έναν πραγματικό δημόσιο κήπο. Δένδρα μεταφέρθηκαν από τον Βασιλικό Κήπο και από άλλα φυτώρια και χαράχθηκαν νέες γραμμές φυτεύσεων. Οι ήδη υπάρχουσες δενδροστοιχίες συμπληρώθηκαν και οργανώθηκαν. Παράλληλα εξετάσθηκαν οι δυνατότητες επεκτάσεως του χώρου προς διάφορες κατευθύνσεις. Πάντως, οι εργασίες προχωρούσαν με δυσχέρειες οι οποίες συχνά φάνταζαν ανυπέρβλητες, κυρίως λόγω του μη επαρκούς αρδευτικού δικτύου[5].

Οι καλοκαιρινές θερμοκρασίες δοκίμαζαν τα νεαρά δένδρα και η επιβίωση κάθε φυτεύσεως αποτελούσε μικρή καθημερινή μάχη. Τα πρακτικά της Επιτροπής αποκαλύπτουν εικόνα πολύ διαφορετική από εκείνη που θα μπορούσαμε να φαντασθούμε. Οι υπεύθυνοι παρακολουθούσαν συνεχώς την κατάσταση των φυτών, αποφάσιζαν αντικαταστάσεις, ενέκριναν νέες προμήθειες και προσπαθούσαν να διασώσουν ό,τι είχε ήδη δημιουργηθεί.

Το Ζάππειο Μέγαρο (περ. 1890-1891).

«Πόλεμος» για το νερό

Είναι γνωστή η λειψυδρία που μάστιζε την πόλη των Αθηνών και απασχολούσε τις πάσης φύσεως αρχές καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου και το πρώτο τέταρτο του 20ού αιώνος. Οπωσδήποτε ήταν ζήτημα που απασχολούσε και τη διοίκηση του Ζαππείου, το οποίο καλείτο να καλύψει τι ανάγκες ενός τόσο εκτεταμένου σχεδίου, γεγονός που ισοδυναμούσε με τεχνικό άθλο. Για περισσότερο από μία δεκαετία οι άνθρωποι της Επιτροπής έδωσαν έναν πραγματικό αγώνα για την εξασφάλιση νερού. Το 1878 εξετάσθηκε η αγορά υδάτων από το γνωστό υδραγωγείο Τσακουμάκου μετά από πρόταση της χήρας του Αγγέλου Κυπριάδη[6].

Ελλείψει άλλων επιλογών ήταν μία ικανοποιητική λύση. Πραγματοποιήθηκαν αυτοψίες, ζητήθηκαν τεχνικές εκθέσεις και εξετάσθηκαν οι δυνατότητες μεταφοράς των υδάτων προς τον χώρο των Ολυμπίων. Τελικώς όμως οι γνωμοδοτήσεις δεν υπήρξαν ενθαρρυντικές, η αγορά δεν προχώρησε και το πρόβλημα παρέμενε άλυτο. Ατέλειωτες αναφορές υδροληψιών, μεταφορές υδάτων, δαπάνες ποτίσματος και αναζητήσεις νέων πηγών, αποτελούσαν κύρια μελήματα των υπευθύνων. Εν τω μεταξύ, κάθε καλοκαίρι συνοδευόταν από ανησυχία και κάθε νέα φύτευση δημιουργούσε πρόσθετες ανάγκες. Δεν αναζητούντο εξωτικά φυτά και περίτεχνες διακοσμήσεις αλλά πρωτίστως νερό. Ήταν μία «μάχη», η οποία δικαίωσε εκείνους που την έδωσαν, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ο κήπος που γνωρίζουμε σήμερα.

Οριοθετώντας νέο κόσμο

Καθώς οι φυτεύσεις αυξάνονταν, η Επιτροπή βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα ακόμη πρόβλημα διότι έπρεπε να προστατεύσει τον χώρο. Εξάλλου, οι καταπατήσεις ήταν κυρίαρχο φαινόμενο κατά τον 19ο αιώνα. Οι γειτονικές ιδιοκτησίες συχνά αμφισβητούσαν όρια και δικαιώματα, ενώ οι αδιαμόρφωτες εκτάσεις δημιουργούσαν πρόσθετες δυσκολίες. Η επιλογή της Επιτροπής ήταν μάλλον πρωτοποριακή. Αντί τεχνικών έργων και περιφράξεων, χρησιμοποίησαν και τα ίδια τα φυτά ως μέσο οριοθετήσεως.

Κατά μήκος ορισμένων ορίων φυτεύτηκαν δάφνες και άλλα δενδρύλλια, τα οποία λειτουργούσαν ταυτόχρονα ως διακοσμητικό στοιχείο και ως φυσική σήμανση της ιδιοκτησίας. Παραλλήλως εξετάσθηκαν σχέδια περιφράξεως από την περιοχή του θεάτρου Τσόχα, δηλαδή τη συμβολή της Λεωφόρου Βασ. Αμαλίας με τη Λεωφ. Βασ. Όλγας, έως τον «Κήπο Χατζηδημητρίου», δηλαδή τη συμβολή της Λεωφ. Βασ. Κωνσταντίνου με τη Λεωφ. Βασ. Όλγας. καθώς και άλλες παρεμβάσεις που θα εξασφάλιζαν την προστασία των εκτάσεων. Κηποτεχνικό έργο, το οποίο λειτούργησε και ως μηχανισμός διαχειρίσεως του χώρου.

Πανοραμική άποψη της περιοχής του Ζαππείου από το ύψος της Ακροπόλεως. Φωτ. Ν. Κοντογιαννάκη (1893), φωτ. αρχείο Στέφανου Δραγούμη.

Χελντράιχ και Γεννάδιος

Η καλή θέληση εκ μέρους της ΕΟΚ, δεν αρκούσε για να στηριχθεί ένα τόσο φιλόδοξο εγχείρημα, το οποίο δεν μπορούσε να στηριχθεί αποκλειστικά στην καλή θέληση. Οπότε στράφηκε στους σημαντικότερους επιστήμονες της εποχής, με προεξέχοντα τον Θεόδωρο Ορφανίδη, ο οποίος παρακολουθούσε στενά τις εξελίξεις. Παραλλήλως εμφανίζονται δύο ακόμη εξέχουσες μορφές της ελληνικής επιστήμης. Ήταν ο Θεόδωρος φον Χελντράιχ, ο σπουδαίος βοτανικός που είχε συνδέσει το όνομά του με τον Βασιλικό Κήπο και τη μελέτη της ελληνικής χλωρίδας.

Επίσης, ο Γρηγόριος Γεννάδιος, από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της ελληνικής γεωπονίας, οι οποίοι γνωμοδοτούν επανειλημμένως και οι εισηγήσεις τους λαμβάνονταν υπ’ όψη. Οι παρατηρήσεις τους επηρέαζαν τις αποφάσεις περί φυτεύσεως και αναπτύξεως του χώρου. Οι κήποι του Ζαππείου ξεπερνούσαν το όριο του τοπικού εξωραϊσμού και αποτελούσαν πλέον έργο εθνικής σημασίας.

Η επιστροφή του Σμιθ

Το 1888 υπήρξε έτος σημαντικό για το Ζάππειο, αφού πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια του Μεγάρου[7]. Η Επιτροπή ανέθεσε εκ νέου στον Σμιθ, τον ανακτορικό αρχικηπουρό που θεωρείτο εγγυητής της συνεχείας του έργου, τη συνέχιση των φυτεύσεων και τη συντήρηση όσων είχαν ήδη δημιουργηθεί.  Ύστερα από ένδεκα χρόνια, ο άνθρωπος που είχε ξεκινήσει τις πρώτες μεγάλες παρεμβάσεις καλείται να τις επεκτείνει και να τις ολοκληρώσει.

Γενικότερα το Ζάππειο εισερχόταν σε νέα φάση αφού πλέον οι υποδομές υπήρχαν, οι φυτεύσεις είχαν αρχίσει να αποδίδουν και ο χώρος αποκτούσε σταδιακά ενιαία μορφή. Σχεδόν ταυτόχρονα με την επιστροφή του Σμιθ, εμφανίσθηκε ο άνθρωπος που θα έδινε στο σύνολο τη χαρακτηριστική του φυσιογνωμία. Ο νεαρός Γάλλος μηχανικός Ντεζιρέ Ματόν, ο οποίος επρόκειτο να αλλάξει οριστικά την ιστορία του Ζαππείου.

Ο Γάλλος Ποθητός Ματόν και η επινόηση του τοπίου

Όταν ο Ντεζιρέ Ματόν, ο Ποθητός Ματόν όπως εξελληνίσθηκε το όνομά του, εμφανίστηκε στη Επιτροπή Ολυμπίων και Κληροδοτημάτων, το 1888, οι Κήποι του Ζαππείου είχαν ήδη διανύσει μια μακρά πορεία. Οι πρώτες φυτεύσεις του Αντωνίου Σμιθ είχαν δημιουργήσει τον βασικό κορμό του έργου, οι εκτάσεις είχαν αρχίσει να ενοποιούνται και οι υπεύθυνοι είχαν αποκτήσει πολύτιμη εμπειρία από τις αποτυχίες και τις επιτυχίες των προηγούμενων ετών. Ωστόσο, απουσίαζε η συνολική σύλληψη ενός οργανωμένου τοπίου και το έργο αυτό ανέλαβε ο νεαρός τότε Γάλλος μηχανικός.

Στην ελληνική βιβλιογραφία αναφέρεται συνήθως ως Γάλλος μηχανικός. Η περιγραφή είναι σωστή, αλλά δεν αρκεί διότι ο Ματόν ήταν κάτι πολύ περισσότερο. Διέθετε καλλιτεχνική παιδεία, σχεδιαστική ευαισθησία και σπάνια ικανότητα να συνδυάζει τεχνικά έργα με αισθητικές αναζητήσεις. Ανήκε σε εκείνη την κατηγορία των μηχανικών του 19ου αιώνος που δεν διαχώριζαν την τεχνική από την ομορφιά, και η άποψη αυτή αποτυπώθηκε στο Ζάππειο.

Εμμανουήλ Μανιτάκης (1809-1883).

Αθηναϊκή συμβολή

Η περίπτωση Ματόν πρέπει να μας απασχολήσει περισσότερο, λόγω της συμβολής του γενικότερα σε έργα στην πόλη των Αθηνών αλλά και της εντυπωσιακής προσωπικότητάς του. Συμμετείχε σε σημαντικά υδραυλικά έργα, ασχολήθηκε με την αποξήρανση ελωδών περιοχών, συνέβαλε στην αντιμετώπιση προβλημάτων υδρεύσεως και εργάσθηκε σε διάφορα σημεία της χώρας με εξαντλητικούς ρυθμούς.

Ο Ποθητός Ματόν ήταν εκείνος που επιμελήθηκε την δενδροφύτευση της πλατείας μπροστά από το Θεραπευτήριο «Ο Ευαγγελισμός» που σώζεται μέχρι τις ημέρες μας, κατήρτισε επίσης σχεδιάγραμμα και δημιούργησε τον Κήπο μπροστά από το Αρχαιολογικό Μουσείο[8]. Επίσης επιμελήθηκε το σχέδιο πόλεως της Κηφισιάς αλλά και την επέκταση του σχεδίου πόλεως στην περιοχή του Κολωνού κ.ά.

Η «Εστία», σε δημοσίευμά της, του απέδωσε κεντρικό ρόλο στη δημιουργία των Κήπων του Ζαππείου και του Θησείου, αλλά και στην εξασφάλιση των υδάτων που τους συντηρούσαν. Έγραφε το 1896 ότι στον Ματόν οφειλόταν ο μεγάλος δενδροφυτευμένος χώρος των Ολυμπίων και η μετατροπή μιας άγονης περιοχής σε χώρο πρασίνου και αναψυχής. Η μαρτυρία της «Εστίας» έχει ιδιαίτερη αξία διότι παραδίδεται σε χρόνο που ήταν σε εξέλιξη τα έργα και αποτιμά το έργο του, το οποίο τότε ολοκληρωνόταν.

Το σχέδιο του 1891

Από τα σημαντικά τεκμήρια της παρουσίας και εργασίας του Ματόν στο Ζάππειο είναι ένας περίφημος κηποτεχνικός χάρτης που φέρει την υπογραφή του και χρονολογείται στις 3 Αυγούστου 1891[9]. Πρόκειται για τεκμήριο, το οποίο είχε πάντα αναρτημένο στο γραφείο του ο Πρόεδρος της ΕΟΚ Στέφανος Ν. Δραγούμης. Διακρίνεται το σύνολο της συλλήψεως του χώρου που δεν αντιμετωπίζεται ως απλή συστάδα δένδρων. Εκφράζει ολόκληρη αντίληψη και περιέχει τη φιλοσοφία που επικρατούσε σε χώρες της Ευρώπης.

Οι μεγάλες γεωμετρικές συνθέσεις συνδυάζονται με ελεύθερες καμπύλες. Τα παρτέρια οργανώνονται με τρόπο που καθοδηγεί την κίνηση του επισκέπτη. Οι άξονες θέας οδηγούν το βλέμμα προς το Ζάππειο Μέγαρο και οι φυτεύσεις λειτουργούν ως στοιχεία συνθέσεως. Δηλαδή ο Κήπος απέκτησε αρχιτεκτονική και ο Ματόν λειτούργησε ως αρχιτέκτονας τοπίου.

Το περίτεχνο σχέδιο του Π. Ματόν για τους Κήπους τους Ζαππείου, το οποίο φέρει ημερομηνία 3 Αυγούστου 1891, προέρχεται από το αρχείο του Στέφανου Δραγούμη, ο οποίος το είχε αναρτημένο πάντα στο γραφείο του.

Κήπος σε αριθμούς

Την εποχή του Ματόν οι κήποι του Ζαππείου γνωρίζουν τη μεγαλύτερη, ίσως, περίοδο ανάπτυξής τους. Οι αριθμοί είναι εντυπωσιακοί. Πεντακόσιες νεραντζιές μεταφέρονται από την Κάρυστο και διακόσιοι πενήντα πλάτανοι φυτεύονται για να αντικαταστήσουν δένδρα που είχαν χαθεί ή δεν είχαν αναπτυχθεί ικανοποιητικά. Οκτακόσιες ροδοδάφνες προσφέρονται από τον Ε. Χοϊδά από το κτήμα του στην Καλογρέζα και η Γεωργική Σχολή συνεισφέρει φυτικό υλικό[10].

Δημιουργείται «πολλαπλασιαστήριον φυτών», ώστε ο κήπος να παράγει μέρος των αναγκών του. Ταυτοχρόνως φυτεύονται πεύκα, ευκάλυπτοι και καλλωπιστικοί θάμνοι. Η έκταση που καλύπτεται από φυτεύσεις αυξάνεται διαρκώς και το 1893 ο Ματόν καταγράφει ότι η διαμορφωμένη και δενδροφυτευμένη περιοχή είχε έχει φθάσει τα 65.688 τετραγωνικά μέτρα[11]. Το μέγεθος είναι εντυπωσιακό ακόμη και με τα σημερινά δεδομένα ενώ για την Αθήνα του 19ου αιώνος ήταν μάλλον αδιανόητο.

Η ζωή στον Κήπο

Όσο ο χώρος αναπτυσσόταν, τόσο περισσότεροι Αθηναίοι τον ανακάλυπταν. Το Ζάππειο μετατρέπεται σε χώρο αναψυχής και περιπάτου, γεγονός το οποίο προκαλεί και νέα προβλήματα. Τα αρχεία διασώζουν γοητευτική εικόνα της καθημερινότητας, με φύλακες να περιπολούν στους διαδρόμους και τις καταγγελίες για φθορές στα παρτέρια και κλοπές λουλουδιών και δενδρυλλίων να αυξάνονται. Η Επιτροπή κλήθηκε να οργανώσει καλύτερα τη φύλαξη του χώρου.

Οι φύλακες που ανέλαβαν το δύσκολο έργο, έπρεπε να προστατεύσουν ένα κτήμα που μεγάλωνε συνεχώς και ταυτόχρονα να εξυπηρετούν τους αυξανόμενους αριθμούς επισκεπτών. Το Ζάππειο πλέον αποκτούσε χαρακτηριστικά σύγχρονου αστικού πάρκου. Τοποθετήθηκαν δεκάδες φανάρια φωταερίου. Οι βραδινοί περίπατοι έγιναν ιδιαίτερα δημοφιλείς. Οικογένειες, στρατιωτικοί, φοιτητές και επισκέπτες της πρωτευούσης χρησιμοποιούσαν τον χώρο ως τόπο αναψυχής.

Η κρίσις του 1893

Όπως είναι φυσικό οι κήποι του Ζαππείου, στη μακρά διαδρομή τους, γνώρισαν μεγάλες δοκιμασίες, με τις πλέον κρίσιμες να σημειώνονται το 1893, όταν η οικονομική κρίσις και η πτώχευση έπληξαν ολόκληρη τη χώρα καθώς και κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Ως προς την πρώτη κρίση, οι πιστώσεις περιορίσθηκαν, οι εργασίες επιβραδύνθηκαν και η συντήρηση κατέστη ιδιαιτέρως δυσχερής. Για πρώτη φορά εκφράστηκαν φόβοι ότι το έργο μπορούσε να υποστεί ανεπανόρθωτες ζημιές.

Ωστόσο ήταν πολλοί εκείνοι, κυρίως δε τα μέλη της διοικήσεως, που αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν τους κήπους στην τύχη τους. Τότε, τα μέλη της ΕΟΚ όχι μόνον δεν εισέπρατταν αμοιβή αλλά αντιθέτως συνέβαλαν οικονομικά όποτε χρειαζόταν. Εξάλλου ήταν εξέχουσες προσωπικότητες της πολιτικής, οικονομικής, κοινωνικής και επιστημονικής ζωής των Αθηνών. Ανέλαβαν, λοιπόν, προσωπικά οικονομικά βάρη, εμφανίσθηκαν, δε, αρωγοί πολλοί ιδιώτες. Η διάσωση των κήπων του Ζαππείου υπήρξε πλέον κοινή υπόθεση, οπότε η συντήρηση των φυτεύσεων συνεχίσθηκε με κάθε δυνατό τρόπο, η κρίσις ξεπεράσθηκε και το Ζάππειο εξήλθε ισχυρότερο.

Ολυμπιακοί 1896   

Στα μέσα της δεκαετίας 1890 η Αθήνα προετοιμαζόταν για τη διεθνή αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων και, όπως ήταν φυσικό, το Ζάππειο, το πρώτο Ολυμπιακό τοπίο του του κόσμου, βρέθηκε στο επίκεντρο των προετοιμασιών. Το Μέγαρο, το Παναθηναϊκό Στάδιο, ο Αρδηττός και οι Κήποι αποτέλεσαν ένα από τα πρώτα σύνολα που θα αντίκριζαν οι ξένοι επισκέπτες. Οι εργασίες εντάθηκαν, οι διαμορφώσεις ολοκληρώθηκαν, οι δρόμοι βελτιώθηκαν και οι φυτεύσεις συντηρήθηκαν με ιδιαίτερη φροντίδα.

Το όραμα που είχε γεννηθεί περισσότερα από είκοσι χρόνια νωρίτερα πλησίαζε στη δικαίωσή του αλλά δεν έμελλε να τη χαρεί ο άνθρωπος που είχε συμβάλει τα μέγιστα στην ολοκλήρωσή του. Τον Δεκέμβριο του 1895 ο Ντεζιρέ Ματόν πέθανε σε ηλικία μόλις τριάντα έξι ετών χωρίς να προλάβει να ζήσει τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896 για τους οποίους είχε εργαστεί. Όπως ήταν φυσικό η είδηση προκάλεσε βαθιά συγκίνηση. Οι συνάδελφοί του έκαναν λόγο  για άνθρωπο που είχε καταπονηθεί υπερβολικά από την εργασία του. Οι εφημερίδες αναγνώριζαν τη συμβολή του στην μεταμόρφωση των Αθηνών και η ΕΟΚ κατέγραψε την απώλειά του με ιδιαίτερο σεβασμό.

Η ευρύτερη περιοχή του Ζαππείου με τον κήπο (αρχές 20ού αιώνος). Η κοίτη του Ιλισσού είχε ήδη φυτευτεί με πλατάνια, λεύκες, ροδοδάφνες και λιγαριές. Φωτ. αρχείο Στέφανου Δραγούμη.

Ο κήπος που οι Αθηναίοι δεν εγκατέλειψαν ποτέ

Με τη διεξαγωγή των Α΄ Διεθνών Ολυμπιακών Αγώνων το 1896, ολοκληρωνόταν η πρώτη περίοδος ζωής των Κήπων του Ζαππείου, οι οποίοι, βεβαίως, εξελίχθηκαν κατά τον 20ό αιώνα και είναι εξίσου ενδιαφέρουσα η ιστορία τους. Νέες διαμορφώσεις, συμπληρωματικές φυτεύσεις και τεχνικές παρεμβάσεις άλλαξαν επιμέρους χαρακτηριστικά τους χωρίς ωστόσο να αλλοιώσουν τον βασικό τους χαρακτήρα. Οι γενιές διαδέχθηκαν η μία την άλλη, οι περίπατοι συνεχίσθηκαν, οι δενδροστοιχίες μεγάλωσαν και οι νεραντζιές άνθισαν αμέτρητες φορές.

Ο δημόσιος κήπος του Ζαππείου λειτούργησε ως κομμάτι της συλλογικής μνήμης των Αθηναίων. Οπότε, κάθε απόπειρα αλλοιώσεως του χαρακτήρα του προκαλεί ακόμη και σήμερα έντονες αντιδράσεις. Η πρόσφατη κινητοποίηση πολιτών, επιστημόνων και φορέων απέδειξε ότι οι Αθηναίοι εξακολουθούν να θεωρούν τον χώρο δικό τους. Ως ελεύθερο χώρο πρασίνου και ιστορικό τοπίο που δημιουργήθηκε με κόπο, γνώση και όραμα. Ίσως, να είναι και η καλύτερη δικαίωση όλων όσοι εργάσθηκαν για τη δημιουργία του. Κατάφεραν να δημιουργήσουν έναν αθηναϊκό «παράδεισο» φυσικό και αναπόσπαστο κομμάτι της πόλεως, ώστε σήμερα να φαντάζει πως υπήρχε πάντοτε εκεί.

Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα «Εστία» 28 Ιουνίου 2026.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου