Tο μύνημα της ημέρας

«Η αρετή βρίσκεται στο μέσον· το σφάλμα βρίσκεται στην υπερβολή και την έλλειψη.» — Αριστοτέλης;

Τρίτη 7 Ιουλίου 2026

Φτάναμε βράδυ. Το σπίτι μύριζε ασβέστη και βασιλικό. Ο παππούς περίμενε στην αυλή με το τσιγάρο σβηστό στο αυτί και τη γιαγιά να φωνάζει από την κουζίνα: «Ήρθαν τα παιδιά μου!»

Το πρωί το παλιό μας Fiat ήταν ήδη φορτωμένο. Βαλίτσες, καλάθια με κεράσια για τον δρόμο, κι εγώ κολλημένος στο τζάμι να μετράω τα χιλιόμετρα μέχρι το χωριό του παππού.
Φτάναμε βράδυ. Το σπίτι μύριζε ασβέστη και βασιλικό. Ο παππούς περίμενε στην αυλή με το τσιγάρο σβηστό στο αυτί και τη γιαγιά να φωνάζει από την κουζίνα: «Ήρθαν τα παιδιά μου!»

Από την επόμενη μέρα, το πρόγραμμα ήταν ιερό. Ξύπνημα με τις κότες. Ένα ποτήρι γάλα κι ένα παξιμάδι στο χέρι, και δρόμο για τη θάλασσα. Πέντε λεπτά με τα πόδια, αλλά για μας ήταν ολόκληρο ταξίδι. Περνούσαμε το γεφυράκι, χαιρετούσαμε τον κυρ-Μήτσο που πότιζε το μποστάνι, και μετά ξεχυνόμασταν στην παραλία.
Μπάνιο με τις ώρες.

 Τα δάχτυλα γίνονταν ζαρωμένα σαν σταφίδες. Βουτιές, μακροβούτια, και διαγωνισμός ποιος θα μείνει πιο πολύ κάτω απ’ το νερό. Ο ήλιος μας έκαιγε τις πλάτες, το αλάτι τσίμπαγε στα μάτια, κι εμείς δεν βγαίναμε αν δεν ακούγαμε τη φωνή του παππού από μακριά: «Άντε, το μεσημέρι φάγατε!»
Και το μεσημέρι… αχ, το μεσημέρι. Ανεβαίναμε ξυπόλητοι, με την άμμο να καίει, και πριν ακόμα ανοίξουμε την αυλόπορτα, μας χτυπούσε η μυρωδιά. Η γιαγιά στη μικρή κουζίνα, με το ραδιόφωνο να παίζει λαϊκά, και το λάδι να τσιτσιρίζει στο τηγάνι.
Κεφτέδες. Στρογγυλοί, αφράτοι, με δυόσμο από τον κήπο. Και δίπλα πατάτες τηγανητές, χρυσαφένιες, κομμένες με το χέρι. Η μυρωδιά έβγαινε απ’ το παράθυρο, γέμιζε όλη την αυλή, έφτανε μέχρι το δρόμο. «Πάλι κεφτέδες τηγανίζει η κυρα-Μαρία», έλεγαν οι γείτονες.


Καθόμασταν όλοι γύρω απ’ το τραπέζι με το πλαστικό τραπεζομάντιλο. Ο παππούς έκοβε ντομάτα απ’ το μποστάνι, η γιαγιά μας γέμιζε τα πιάτα πριν καν αδειάσουν, κι εμείς τρώγαμε με τα χέρια, καίγοντας τη γλώσσα μας γιατί δεν μπορούσαμε να περιμένουμε να κρυώσουν.
Μετά, σιέστα. Υποχρεωτική. 

Αλλά εμείς στο μισάωρο το σκάγαμε απ’ το παράθυρο για να παίξουμε κρυφτό στα σοκάκια μέχρι που νύχτωνε.
Τα χρόνια πέρασαν. Το σπίτι στο χωριό έκλεισε. Ο παππούς κι η γιαγιά δεν είναι πια εδώ. Η παραλία γέμισε ξαπλώστρες αλλά κάθε Ιούλιο, κάπου μέσα μου ακούω ακόμα το λάδι να τσιτσιρίζει. Μυρίζω κεφτέδες και πατάτες και για μια στιγμή, τα δάχτυλά μου είναι πάλι ζαρωμένα απ’ τη θάλασσα, κι είμαι οκτώ χρονών, ξυπόλητος, και τρέχω να προλάβω το μεσημεριανό τραπέζι.
Άννα Δανάλη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου