
Γράφει ο Max Mcgrath
Εσύ είσαι μία οπτασία στην έρημο των ματιών μου, όταν όλα γύρω μοιάζουν άδεια, σκονισμένα, καμένα από ήλιους που δεν συγχωρούν, όταν οι λέξεις έχουν στεγνώσει στο στόμα, και οι άνθρωποι περνούν δίπλα μου χωρίς πρόσωπα, χωρίς φωνή, χωρίς ψυχή. Εσύ εμφανίζεσαι σαν νερό, σαν υπόσχεση, σαν ανάσα, και μέσα σ’ ένα βλέμμα σου, όλα ανθίζουν, όλα παίρνουν χρώμα, ακόμα κι αυτά που νόμιζα πως είχαν πεθάνει.
Σε ψάχνω και δεν ξέρω αν υπάρχεις, ή αν είσαι απλά ένα δημιούργημα της λαχτάρας μου να αγαπήσω ξανά, να πιστέψω πως ακόμα υπάρχει κάτι αγνό, κάτι αληθινό, κάτι που δεν έχει φθαρεί από τον καιρό και τους ανθρώπους. Μα όταν σε κοιτάω, δεν έχει σημασία. Είσαι εδώ. Είσαι η μόνη που βλέπω. Μία οπτασία, ναι, αλλά δική μου. Η έρημος γύρω μου δεν έχει τέλος. Οι μέρες κυλούν σαν αμμοθύελλες, οι ώρες σέρνονται βαριές και ξερές, οι νύχτες γεμάτες σιωπή και φαντάσματα.
Μα έρχεσαι εσύ. Με μάτια γεμάτα υποσχέσεις που δεν χρειάζεται να ειπωθούν. Με φωνή που μοιάζει να έχει τραγουδήσει όλα τα τραύματά μου. Με χέρια που δεν ακουμπούν, αλλά γιατρεύουν. Και ξαφνικά, τίποτα δεν μοιάζει τόσο άδειο πια.
Στην έρημο των ματιών μου, είσαι η πρώτη βροχή. Στιγμή που τα πάντα ποτίζονται, που η καρδιά δεν φοβάται πια να ανοίξει, που οι αναμνήσεις δεν πονάνε, αλλά φωτίζουν τον δρόμο μέχρι εσένα. Είσαι εκείνη που κάνει τον πόνο να σωπαίνει. Εκείνη που δίνει νόημα στους σπασμούς της ψυχής μου. Όταν σε βλέπω, όλα μπαίνουν σε τάξη, τα ‘γιατί’ μου σωπαίνουν, οι φόβοι μου μικραίνουν, η λογική παραδίδει τα όπλα και αφήνεται στην τρέλα μιας αλήθειας που δεν χωράει εξηγήσεις.
Εσύ είσαι η απάντηση που δεν περίμενα. Είσαι η στροφή που με βγάζει από το λαβύρινθο. Η φλόγα που καίει, όχι για να καταστρέψει, αλλά για να ζεστάνει. Είσαι το πρώτο χαμόγελο μετά από χρόνια βροχής. Η πρώτη λέξη που με συγκίνησε ξανά. Η πρώτη σιωπή που ένιωσα πως μιλά. Η πρώτη ανάμνηση που θέλω να χτίσω, και όχι να ξεχάσω.
Κι αν είσαι οπτασία, τότε ας ζω μέσα στο όνειρο. Ας περιφέρομαι σε αυτή την έρημο, αν ξέρω πως έστω για λίγο, θα σε ξαναδώ. Θα σ’ αγγίξω, έστω με τη σκέψη. Θα σε ψιθυρίσω, έστω μόνος. Γιατί σε έναν κόσμο τόσο στεγνό από συναίσθημα, σε μία ζωή που έμαθε να βαδίζει δίχως παλμό, εσύ είσαι το θαύμα.
Εσύ είσαι η οπτασία που δεν διψάει για προσοχή, αλλά προσφέρει δροσιά. Εσύ είσαι η γυναίκα που δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτα, γιατί αρκεί το βλέμμα σου για να με καθηλώσει. Κι αν φύγεις, αν χαθείς όπως οι οπτασίες συνηθίζουν, δεν πειράζει.
Γιατί για πρώτη φορά, είδα κάτι τόσο όμορφο μέσα στην έρημο. Και τώρα ξέρω, πως η ζωή, αξίζει να περιμένεις, όταν κάποτε πέρασε από μέσα σου, μια γυναίκα σαν κι εσένα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου