
Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Και μια μέρα, σταματάς.
Σταματάς να παίρνεις τηλέφωνο.
Σταματάς να ρωτάς «τι κάνεις» και «πώς είσαι».
Σταματάς να επικοινωνείς όπως επικοινωνούσες.
Σταματάς να προγραμματίζεις εσύ για όλους τους άλλους.
Σταματάς να προ(σ)καλείς. Να γεμίζεις τα κενά. Να θυμάσαι γενέθλια, επετείους, δύσκολες μέρες.
Απαντάς για λίγο ακόμα σε κάποια τηλεφωνήματα αδιάφορα κι ανούσια.
Κάνεις για λίγο ακόμα την χαζή, έτσι για την αλητεία.
Χαμογελάς για λίγο ακόμα όταν σε ρωτάνε «πού χάθηκες», όσο μέσα σου παίζει η απάντηση «εκεί που δεν με έψαξες».
Και μια μέρα, αποφασίζεις.
Κλείνεις τον χώρο σου.
Μαζεύεις τα όριά σου από εκεί που τα είχες απλωμένα για να χωράνε όλοι.
Ασφαλίζεις τους κύκλους σου. Άλλους τους κλείνεις ερμητικά και ανεπιστρεπτί, άλλους τους κρατάς, αλλά με απόσταση ασφαλείας.
Και μια μέρα, αλλάζεις.
Μετράς και μετριέσαι.
Όχι σε ένα ανώφελο «πάρε – δώσε».
Όχι σε ένα κυνικό «πόσα».
Σε ένα αληθινό «γιατί».
Γιατί να σηκώνεις πάντα εσύ πρώτος το τηλέφωνο;
Γιατί να είσαι εσύ πάντα εκείνος που θα ρωτήσει, θα νοιαστεί και θα φροντίσει;
Γιατί να κρατάς μόνος σου την επικοινωνία, τη σχέση, την ουσία;
Ξέχασαν να σε ρωτήσουν «τι κάνεις» και «πώς είσαι»;
Όχι.
Απλώς βολεύει το «εσένα δεν σε φοβάμαι».
Λίγο πιο πολύ από εκείνο το μεγάλο ψέμα του «δεν ήθελα να σε ενοχλήσω».
Μην ξεβολεύεις τους ανθρώπους από τη ζεστασιά των δικαιολογιών που λένε στους εαυτούς τους.
Μέσα στις υπερευαίσθητα κυνικές καθημερινότητές τους, το δάκρυ για έναν άγνωστο είναι εύκολο και ανέξοδο. Δεκαπέντε λεπτά συγκίνησης και μετά όλα συνεχίζονται κανονικά.
Για εκείνον όμως που ονοματίζεις φίλο, οικογένεια, αδερφή ψυχή, κι άλλα τέτοια βαρύγδουπα, χρειάζεται πράξη.
Να σηκώσεις το τηλέφωνο.
Να αναζητήσεις.
Να σταθείς.
Να φροντίσεις.
Να γίνεις ουσιαστικός.
Κι αυτό ξεβολεύει.
Είναι πάντα πιο βολικό το «εσύ το ’χεις», «εσύ μπορείς», «εσύ θα τη βρεις την άκρη».
Πιο βολικό να θεωρείς κάποιον δεδομένο, παρά να τον φροντίσεις.
Οι άνθρωποι που κάποτε βάφτισες «σου» εκπέμπουν SOS χωρίς λέξεις.
Κι εσύ είχες μόνο ένα πράγμα να κάνεις. Να ακούσεις τη σιωπή.
Ή τις λέξεις πίσω από τη σιωπή.
Ή τις λέξεις που ειπώθηκαν καθαρά και δεν μέτρησες σωστά.
Είχες μόνο ένα πράγμα να κάνεις. Να είσαι παρών.
Να σηκώσεις το τηλέφωνο και να ρωτήσεις «πώς είσαι»;
Εσύ, απέτυχες.
Κι εκείνη, μια μέρα, σταμάτησε
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου