Tο μύνημα της ημέρας

. Η ποιότητα της ζωής σου εξαρτάται από την ποιότητα των σκέψεων σου.

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Το πρώτο καλοκαιρινό φιλί του Δημήτρη και της Μαρία



Δεν είμαι άνθρωπος των μεγάλων λόγων, ξέρεις. Πιο πολύ άνθρωπος της σιωπής ήμουνα πάντα. Από αυτούς που παρατηρούν, κάθονται λίγο πιο πίσω στις παρέες, χαμογελάνε με την άκρη του στόματος και νομίζουν όλοι πως κάτι κρύβουν, ενώ απλώς έτσι τους βγήκε η ζωή. Να, εγώ τώρα, δεν περίμενα να μου συμβεί αυτό που θα σου πω. Ήτανε καλοκαίρι, το θυμάμαι σαν τώρα, από εκείνα τα καλοκαίρια που θυμάσαι με βαρύ κεφάλι και λίγο παράπονο
.

Δούλευα ένας χρόνος σε ένα συνεργείο, τίποτα σπουδαίο, και μετά τη δουλειά πήγαμε με τα παιδιά για μια μπύρα στο μαγαζάκι της Λένας στο λιμάνι. Είχε εκείνο το φως το πορτοκαλί στα λαμπάκια, έξω ζέστη, μέσα στα ποτήρια να θολώνει ο πάγος. Ήσουν κι εσύ εκεί, Μαρία, με μια παρέα δική σου. 

Ήταν το πρώτο καλοκαίρι σου στην πόλη και φαινόταν πάνω σου όλο το “ξένο” αλλά και όλο το “τίποτα δεν με κρατάει”. Από την αρχή, δεν ξέρω πώς να το πω, ήταν σαν να γυρνούσες και να με παρατηρούσες στις σκιές – ή τουλάχιστον έτσι το φαντάστηκα εγώ, πιο μετά.

Ίσως κι αν δεν είχε βάλει εκείνη η Λένα το ραδιόφωνο, να μην είχαμε πει ούτε γεια. Έπαιζε εκείνο το παλιό τραγούδι του Τσαλίκη, γελάσαν όλοι, εσύ χτύπησες δειλά το ποτήρι σου και μου ‘κανες ένα νεύμα, να το τραγουδήσουμε. Σαν να κάναμε συνωμοσία κι ας ήμασταν σχεδόν άγνωστοι. Μετά θυμάμαι πήγα στην τουαλέτα, κι όταν γύρισα είχες πιάσει θέση στη δική μας παρέα, κάθισες δίπλα μου. Εκείνο ήταν. Ήρθε η κοντινότητα, τόσο ξαφνικά σαν να μην μπορούσες να την πεις όχι ούτε εσύ ούτε εγώ.

Μιλήσαμε, δεν θυμάμαι λέξεις, μόνο το πώς κοίταζες τα χέρια μου που τα έτριβα νευρικά, πώς άγγιξες το μπράτσο μου, δήθεν ότι είχες χτυπήσει στο τραπέζι και σου έδειχνα πως να βάλεις πάγο – δεν έκαιγε, Μαρία μου, σκέτη γλύκα ήταν το κάψιμο. Η ώρα πέρασε περίεργα, όχι αργά και ούτε γρήγορα – σαν να κόλλησε το ρολόι εκεί, που άκουγα εσένα να γελάς με όσα έλεγα, κι εγώ έλεγα όσα μου κατέβαιναν, μόνο για να μην τελειώσει αυτό.

Σηκωθήκαμε μαζί για τσιγάρο κι ας μην κάπνιζες· είπες “ας πάρω έναν αέρα”, μα ήξερες, το ήξερα, πως είχες έρθει για τη σιωπή δίπλα μου, εκείνη τη σιγανή τη νύχτα, με το σημαιάκι απέναντι να ανεμίζει. Δεν άναψα τσιγάρο. Έμεινα να κοιτάζω τα χέρια σου, πώς περνούσες τα δάχτυλα στα μαλλιά, πώς κοίταζες τα φωτάκια του λιμανιού.

 Μόνο τότε άπλωσες το χέρι σου και άγγιξες την παλάμη μου, έτσι, σα να ήθελες να βρεις εκεί μέσα μια απάντηση. Εγώ κράτησα το χέρι σου σφιχτά, μη χαθεί το επόμενο λεπτό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου