Tο μύνημα της ημέρας

Οι κομπλεξικοί άνθρωποι είναι αποθήκη συμφορών.

Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2025

Κατάκοπη γύρισε από τα χωράφια.

 

Κατάκοπη γύρισε από τα χωράφια. Δεν μπορούσε η καψερή να ισιώσει την μέση της. Όλη την μέρα να κρατάει την τσάπα και να ξεχορταριάζει τα σπαρτά της.
Ένα κομμάτι ψωμί με δυο ελιές όλη την μέρα. Τι; Χορταίνει η μπάκα με δυο χαψιές; Όχι βέβαια. Ευτυχώς που τα παιδιά της τα είχε η μανίτσα και θα τα τάιζε κι ας πεινούσε κείνη.
Κι αυτός ο πατέρας των παιδιών της βρήκε εποχή να πεθάνει.


Ας πέθαινε αργότερα να αποτσαπίζανε..
Αυτά σκεφτόταν καθώς γύριζε στο σπίτι. Δεν τον ήθελε τον γάμο αυτόν. Φώναξε, έκλαψε αλλά βρέθηκε παντρεμένη με κάποιον που δεν ήθελε και που δεν έκανε και ποτέ του τίποτα να τον θελήσει. Απλά υπέκυψε στην μοίρα της και τον υπηρετούσε…Έκανε και δυο παιδιά και να την τώρα χήρα να σκάβει και να ξεχορταριάζει τα χωράφια να ζήσουν.


Ας πέθαινε λίγο αργότερα κι αυτός. Τι ήθελε και πήγε για κυνήγι;
Σαν αγριογούρουνο ήταν. Του το έλεγε αυτή πως θα σε σκοτώσουν καμιά μέρα έτσι που είσαι μαύρος μαύρος κι άγριος και με κείνα τα δόντια σου να πετάγονται σαν καρφιά…
Θα σε σκοτώσουν και θα με αφήσεις με δυο παιδιά να τα μεγαλώνω μόνη μου. Πρώτα θα πεθάνεις εσύ της έλεγε

. Εσένα θα σε σκοτώσω εγώ και θα σε θάψω. Κάνα δυο φορές την είχε δείρει αλλά άμα γέννησε τα παιδιά της, μια μέρα που σήκωσε το χέρι του, του είπε θα σου το κόψω την ώρα που θα κοιμάσαι. Δεν το ξανάκανε.
Πως τα έκανε τα παιδιά ένας θεός ξέρει.. Κάθε φορά που έσκυβε να την φιλήσει της μάτωνε το στόμα της με τους χαυλιόδοντες που πετούσαν από το στόμα του.
Ένα καιρό δεν του καθότανε…Να πας να κόψεις τα δόντια σου του έλεγε. Δεν τον ήθελε και του το είχε πει.
Ας όψεται η έρμη η φτώχια κι ο πατέρας της που είχε εννιά παιδιά κι έπρεπε να τα τακτοποιήσει..
Κι έτσι την χαντάκωσε. Μα δεν ήταν και καλός άνθρωπος. Απλά είχε βιος. Είχε βιος που του άφηνε κάποια χρήματα αλλά τα μισά τα ξόδευε στα κρασιά και στα τσίπουρα.


Έκανε και τον χουβαρντά για να’ χει παρέα να τα πίνουν. Στα παιδιά του ποτέ δεν κράτησε μια καραμέλα. Δεν τα πήρε ποτέ αγκαλιά. Ευχυχώς που δεν του μοιάσανε στα δόντια.
Γάμος να σου πετύχει.. Ας όψεται η φτώχια.. Όταν της τον φέρανε σκοτωμένο ,κάποιος τον πέρασε για αγριογούρουνο και το’ λεγε αυτή…το πρώτο που σκέφτηκε ήταν πως θα του κλείσουν το στόμα. Τι θα γίνει με τα δόντια του.
Είπε στην μανίτσα της, πάρε τα παιδιά να μην είναι εδώ. Να μην τον δουν έτσι με το στόμα ανοιχτό και τα δόντια σαν καρφιά πεταμένα έξω. Τον άφησαν οι άλλοι κυνηγοί, της είπαν πως έγινε το κακό και φύγανε. έκλεισε και κείνη την πόρτα, στάθηκε από πάνω του και του έλεγε. 

Εγώ σου το είπα αλλά εσύ δεν μ άκουσες… Θα σε φέρουν σκοτωμένο. Έστεκε από πάνω του και του έλεγε, θα με θάψεις ε;


Να που θα σε θάψω εγώ αλλά κάτι πρέπει να κάνω με τα δόντια σου πρώτα να σου κλείσω το στόμα. Και χωρίς δεύτερη σκέψη βγαίνει έξω, πηγαίνει στο αποθηκάκι παίρνει ένα σφυρί που είχαν και πεταλώνανε το άλογο κι αρχίζει και κοπανάει τα δόντια του.


Τα έσπασε, ίσιωσε και το στόμα του και τον κοιτούσε. Ποτέ δεν με άκουσες του είπε. Και σου το έλεγα να πας να τα κόψεις..
Αν δεν ήσουν κι έτσι μαύρος μαύρος κι άγριος ίσως να ζούσες έρμε.. Τούτα σκεφτόταν κι έφτασε στο σπίτι κατάκοπη με την μέση της να μην ισιώνει


Τα δόντια του τα ίσιωσε…Μάνα, φωναξε. Ήρθα. Έλα θυγατέρα μου να φας. Θα κόλλησε η κοιλιά σου από την πείνα όλη μέρα. Έριξε λίγο νερό στα χέρια της να τα ξεπλύνει και πέρασε στο κουζινάκι να φάει. Αυγά μάτια της είχε ετοιμάσει η μανίτσα. Αυγά και πατάτες στην πυροστιά και ψιανισμένο ψωμί


Κι άμα είδε κείνο το τηγάνι το βαθύ, την πιάσανε τα γέλια. Γιατί γελάς θυγατέρα μου την ρώτησε; Γιατί γελάς;
Τι να της πει; Πως όταν τον είδε για πρώτη φορά και της είπαν αυτόν θα παντρευτείς, εκείνη είχε το τηγάνι στα χέρια της και με το ζόρι κρατήθηκε και δεν του το’ φερε στα μούτρα..
Ελευθερία Λάππα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου