
Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Ωραία τα γοβάκια και το παραμύθι. Κομψά, γυαλιστερά, φτιαγμένα να τραβούν βλέμματα και να κάνουν εντύπωση. Λάμψη και ψευδαίσθηση σε συσκευασία έτοιμη για κατανάλωση.
Αλλά όχι. Δεν ταίριαζαν πάνω της. Την έσφιγγαν. Την έπνιγαν. Όπως την έπνιγαν και όλα τα κουτάκια που της διάλεξαν να ζήσει.
Στην αρχή το πάλεψε. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της ότι μπορούσε να περπατήσει πάνω στις μύτες των ποδιών της, να ισορροπήσει πάνω σε προσδοκίες και «πρέπει». Να γίνει το κορίτσι που όλοι ήθελαν: γλυκιά, κομψή, ανώδυνη.
Αλλά όχι. Δεν μπορούσε να ζει έτσι. Γιατί τα μεγάλα όνειρα θέλουν χέρια λερωμένα και πόδια ξυπόλητα. Θέλουν χορό στη βροχή και όχι σε γυάλινες πίστες με χρυσόσκονη.
Μια νύχτα, εκεί που ο ουρανός ράγιζε από τα ανείπωτα, τα πέταξε όλα από πάνω της. Όλα όσα τη φόρτωσαν, όλα όσα την έκαναν να νιώθει παγιδευμένη στις προσδοκίες άλλων. Γοβάκια, προσδοκίες, ψεύτικες αγκαλιές και αχρείαστες τύψεις.
Και έφυγε ξυπόλητη.
Ό,τι χρειαζόταν, το κουβαλούσε μέσα της. Σχέδια, όνειρα, θάρρος και την πιο άγρια, ωμή αλήθεια της: ότι κανείς δεν πρόκειται να τη σώσει, αν δεν σώσει πρώτα η ίδια τον εαυτό της.
Γιατί ξέρεις κάτι; Κάποιες γυναίκες δεν είναι φτιαγμένες να περιμένουν σωτήρες. Είναι φτιαγμένες να γκρεμίζουν πύργους και να ξαναγράφουν τα παραμύθια από την αρχή.
Ξυπόλητες. Αλύγιστες. Αληθινές.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου