Δεν ξέρω αν η γενιά μου, είναι αδικημένη.
Κάθε γενιά άλλωστε, ήρθε αντιμέτωπη με τους δικούς της δαίμονες. Και δεν θέλω να μας λυπηθώ. Δεν μας αξίζει οίκτος, ίσως μια ευχή, μα όχι οίκτος.
Αν έπρεπε όμως να παρομοιάσω με κάτι τη γενιά μου, θα ήταν με ταξιδευτές! Ταξιδευτές, που έψαχναν και ψάχνουν την ομορφιά της άνοιξης ή τη ζεστασιά του καλοκαιριού, μέσα από αλλεπάλληλους χειμώνες κι όταν την βρίσκουν, χαλάει ο καιρός!

Τι σκέφτονταν άραγε η Μοίρα;
Δε ξέρω, μα όταν έπλεξε το νήμα της γενιάς μου, μας βλαστήμησε. Και μας στοίχειωσαν υποσχέσεις ενός καλύτερου μέλλοντος και μεγάλες προσδοκίες. Κι εμείς σαν χάμστερ πάνω στη ρόδα μας, τρέχαμε, ζητώντας το καλύτερο, χωρίς να καταλάβουμε, πως απλά κυνηγάμε την ουρά μας!
Δεν ξέρω, ποιο θα είναι το μέλλον μας!
Γιατί η γενιά μου, είναι άναρχα μοιρασμένη! Κι άντε σε τούτο το χαμό, να βρεις επαναστάτες! Γιατί δεν ξέρω ποια σκέψη μας παρέσυρε, μα με καλές προθέσεις δεν αλλάζει το μέλλον. Κι ίσως, αν ανοίγαμε τη ψυχή και το μυαλό μας, όσο θα έπρεπε, να είχαμε ελπίδες. Μα αφήνουμε να ανοίγουν, μέχρι εκεί που πάει. Στα όρια δεν γεννιέται η αλλαγή. Στο παρακάτω γεννιέται! Εκεί που οι άλλοι δεν τόλμησαν να πάνε.
Έτσι οι δρόμοι μένουν αδειανοί, σε μια πόλη εγκλωβισμένη: στο πρόγραμμα, τους φόβους και τους καθωσπρεπισμούς της!
Και γίνονται οι ελπίδες για το μέλλον μας φαντάσματα και κάθε νύχτα, βγαίνουν και μας χλευάζουν. Γιατί στο ενδιάμεσο των κόσμων, συναντούν τα όνειρα μας.

Δεν λέω βέβαια, προσόν οι σπουδές.
Όμως, τα πτυχία δεν μας μορφώνουν. Η ζωή μας μορφώνει, ο κόσμος! Μα τον φοβόμαστε τον κόσμο. Λες και δεν είναι δικός μας. Λες και από χάρη βρεθήκαμε εδώ. Και μοιάζουμε με κρουαζιερόπλοια που αντί να κάνουν κρουαζιέρα, κάνουν καθημερινό δρομολόγιο. Γιατί, κάποιος μας έπεισε πως είμαστε καραβάκια της γραμμής. Κι εμείς από ευκολία το δεχτήκαμε κι απλά τις νύχτες ονειρευόμαστε τον ωκεανό.
Ε ντροπή μας!
Ναι, όλα στραβά μας ήρθανε! Και η κρίση μας προκάλεσε κι ακόμα κι αν αντέξαμε, μας πήγε πίσω. Και μνημόνια βιώσαμε, και τα αντέξαμε κι αυτά. Και κοροναϊό βιώσαμε κι εύχομαι να μην βιώσουμε τίποτα άλλο. Γιατί απλά αντέχουμε, δεν νικάμε. Πάμε με το κύμα κι όταν ηρεμεί δεν κολυμπάμε στα ανοιχτά.
Οπότε φτάνει με τις συζητήσεις, τις επαναστάσεις του πληκτρολογίου και τη βία. Να οργανωθούμε πρέπει και να οργανώσουμε αυτό το χάος που κληρονομήσαμε. Να κάνουμε το ακατόρθωτο! Αν όχι εμείς, τότε ποιοι;

Σκέψου μια παραλία.
Τούτη είναι η χώρα μας. Κι υπάρχουν βότσαλα και κοχύλια που πια ή τα κατάπιε η άμμος ή στολίζουν το βυθό. Με στήριγμα τις μνήμες και τους αγώνες τους, μας έφεραν πάνω στο νερό. Εμάς ξεβράζει το κύμα. Στο χέρι μας είναι να στολίσουμε την αμμουδιά, να μείνουμε εκεί, να χαζεύουμε τα νάζια του ήλιου στον ουρανό.
Στο χέρι μας, να μην ανταμώνουμε μόνο το σούρουπο, εκεί που η θάλασσα καταπίνει τον ουρανό, αλλά και να τον βλέπουμε να γεννιέται. Κάθε μέρα από την αρχή!
Γιατί αν μας φτάσουν στο βυθό, πως θα χαϊδέψει το δέρμα μας το μελτέμι; Πώς θα ξέρουμε την αίσθηση της αλμύρας;
Κι όσο θα μας σπρώχνουν στο σκοτάδι του βυθού, να αντιστεκόμαστε, ζητώντας το φως του ήλιου.
Κι όσο θα μας χώνουν στην άμμο, να χτίζουμε πάνω της κάστρα! Κι αν γκρεμίζονται, να τα χτίζουμε ξανά. Γιατί η παραλία αυτή, είναι δική μας!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου