Το 1973 στο χωριό υπήρχαν μόνο δυο τηλεοράσεις και η μία ήταν στο δικό μας σπίτι, μια βαριά ασπρόμαυρη GRUNDIG με ξύλινο περίβλημα που είχε φέρει ο πατέρας μου με καμάρι και την είχαμε σκεπασμένη με κεντημένο σεμέν για να μην πιάνει σκόνη.
Τότε το σήμα ήταν φτωχό και πολύτιμο, μόνο η ΕΡΤ και η ΥΕΝΕΔ, η Υπηρεσία Ενημερώσεως των Ενόπλων Δυνάμεων όπως λεγόταν τότε, με τα χιόνια στην οθόνη και την κεραία στην ταράτσα που ήθελε συνέχεια γύρισμα. Τα καλοκαίρια, όταν ο αέρας καθάριζε, αν γυρίζαμε την κεραία προς τα βορειοδυτικά, εκεί που έπιανε Ιταλία, έσκαγαν ξαφνικά μέσα στο χωριό παράξενα χρώματα και μια άλλη γλώσσα που κανείς δεν καταλάβαινε αλλά όλοι κοιτούσαν μαγεμένοι.
Δυο στιγμές όμως χαράχτηκαν πάνω σε εκείνο το γυαλί και δεν έσβησαν ποτέ. Η πρώτη ήταν το πρωί της 20ης Ιουλίου του 1974. Η μέρα είχε ξεκινήσει βαριά, με φήμες να τρέχουν από σπίτι σε σπίτι πιο γρήγορα κι από το ρεύμα. Η Τουρκία είχε εισβάλει στην Κύπρο και είχε κηρυχτεί γενική επιστράτευση. Θυμάμαι το σπίτι βουβό και την τηλεόραση ανοιχτή να μην δείχνει πρόγραμμα αλλά να παίζει ασταμάτητα εμβατήρια, το ένα μετά το άλλο, με το σήμα της ΥΕΝΕΔ, και τους άντρες του χωριού να περνούν βιαστικοί από τον δρόμο με έναν σάκο στον ώμο. Ήμουν μικρός για να καταλάβω τι σήμαινε πόλεμος, καταλάβαινα όμως από τη σιωπή των μεγάλων και από εκείνη τη μουσική που δεν σταματούσε πως κάτι πολύ σοβαρό είχε ραγίσει.
Η δεύτερη στιγμή ήρθε λίγο αργότερα, τη σεζόν 1975 προς 1976, όταν άρχισε στην κρατική τηλεόραση η σειρά «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται», βασισμένη στο μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη, σε σκηνοθεσία του Βασίλη Γεωργιάδη για το χωριό δεν ήταν απλώς μια σειρά. Ήταν γεγονός.
Όταν ερχόταν το καλοκαίρι, ο πατέρας μου κουβαλούσε με προσοχή την βαριά GRUNDIG και την τοποθετούσε στο μεγάλο πέτρινο παράθυρο που έβλεπε στην αυλή, για να βλέπουν όλοι. Γυναίκες, γέροι με τα πουκάμισα του αγρού ακόμα χωματισμένα, παιδιά ξυπόλυτα, έρχονταν κρατώντας ο καθένας την καρέκλα του από το σπίτι, ένα σκαμνί, και ένα σακουλάκι με πασατέμπο. Στήνονταν γύρω γύρω στην αυλή, κάτω από τα γεράνια στις γλάστρες και το χωριό γινόταν ένα σαλόνι. Η εικόνα τρεμόπαιζε ασπρόμαυρη, έκανε παράσιτα, αλλά κανείς δεν μιλούσε. Όλοι ζούσαν τον Μανολιό που έπρεπε να γίνει Χριστός στο χωριό του Καζαντζάκη, και χωρίς να το ξέρουν έβλεπαν τον εαυτό τους.
Ήταν όμορφα, νοσταλγικά χρόνια. Χρόνια που μια τηλεόραση δεν χώριζε τους ανθρώπους σε σπίτια, αλλά τους μάζευε σε μια αυλή, γύρω από ένα παράθυρο, με μια χούφτα πασατέμπο και με την αίσθηση πως τότε, με τα λίγα, ήμασταν πιο άνθρωποι.
Άννα Δανάλη
Πηγή από το ιστολόγιο Ομφαλός της γης
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου