
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΒΓΑΛΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΖΩΗ
Λαογραφική καταγραφή Ηλίας Τουτούνης
Ένας πατέρας είχε ένα μοναχοπαίδι αγόρι. Το μεγάλωσε το σπούδαξε και το έκανε έναν καλό επιστήμονα. Αυτό παντρεύτηκε και πήρε μια γυναίκα γέννημα θρέμμα Αθηναία. Ο γέρος με τις οικονομίες του που είχε πούλησε και ένα χωράφι και τους αγόρασε ένα υπερπολυτελές σπίτι στην Αθήνα.
Περάσανε λίγα χρόνια και η μάνα του παιδιού πέθανε και ο γέρος έμεινε στο χωριό του σαν την καλαμιά στον κάμπο. Ήτανε όμως τσίφτης, καθαρός, μαγείρευε τα πάντα, περιποιούταν το σπίτι του, είχε δυο τρεις μαρτινούλες και το περιβολάκι του και περνούσε καλά. Μια χρονιά αρρώστησε και κατέβηκε το παιδί του, από την Αθήνα, να τον πάρει να πάνε στους γιατρούς να ιδούνε τι έχει.
-Άσε με ρε παιδάκι μου, που να έρθω στην πόλη. Έχω τα ζωντανά μου τις δουλειές μου άσε με δεν είναι τίποτα θα γιάνω.
-Όχι πατέρα σήκω ετοιμάσου να πάμε στην Αθήνα.
-Άσε ρε παιδάκι μου, που να έρθω στο σπίτι εγώ είμαι γέρος και βρωμάω και μπορεί να βαριαγκομίσω την νύφη και δεν θέλω.
-Όχι πατέρα, η γυναίκα μου, θέλει να έρθεις δεν την ενοχλείς σε τίποτα. Ίσα- ίσα που εκείνη με έστειλε να σε πάρω απάνου.
Με τα πολλά ο γέρος ετοιμάσθηκε, γιόμισε το αυτοκίνητο με ούλα τα καλούδια, κρέατα, λαχανικά, αυγά, καρύδια, μύγδαλα, χιλοπίτες τραχανά κ.ά. Αργά το βράδυ φτάσανε στην Αθήνα στο σπίτι του παιδιού του.
Μόλις μπήκανε μέσα και τον χαιρέτισε η νύφη ο γέρος είδε μια παγωμάρα από δαύτη και ανεμελιά. Με το ζόρι να στρώσει τραπέζι, και να προσφέρει φαγητό στον γέρο πεθερό της. Ενώ το κρεβάτι του το έστρωσε ο γιος του.
Μόλις ξάπλωσε ο γέρος του λέει ο γιος του.
-Κοιμήσου όσο θέλεις, εδώ δίπλα έχει τουαλέτα και ότι ώρα ξυπνήσεις το πρωί θα είναι εδώ η Μαρίκα και θα σου φτιάξει καφέ και το μεσημέρι να με περιμένεις να φάμε αντάμα και μεθαύριο θα πάρω άδεια να σε πάω στους γιατρούς.
Ο γέρος ξάπλωσε στο κρεβάτι αλλά δεν τον έπαιρνε ο ύπνος, τον προβλημάτιζε η παγωμάρα της νύφης του.
-Αμ! Έλεγε μέσα του, δεν με θέλει νυφαδιά μου, τι έπαθα και κίνησα να έρθω να κάμω το αντρόγυνο να μαλώσουν μεταξύ τους;
Την άλλη μέρα ο γέρος δεν βγήκε από τις κουβέρτες του μέχρι το γιόμα. Η δε νύφη δεν ανησύχησε καθόλου και ούτε που του χτύπησε την πόρτα να δει να ζει ή αν πέθανε.
Αργά το μεσημέρι που γύρισε ο άντρας της την ρώτησε για τον γέρο. Εκείνη του είπε ότι δεν σηκώθηκε ακόμη και κοιμάται. Αυτός τα έχασε και πήγε κατευθείαν στο δωμάτιο του γέρου και μπήκε μέσα. Ο γέρος είχε κουκουλωθεί και μόλις άκουσε το παιδί του ξεσκεπάστηκε.
-Πατέρα ακόμη κοιμάσαι γιατί δεν σηκώθηκες ακόμη είσαι καλά;
Ο γέρος καθώς ήταν πανέξυπνος, θέλησε να κάνει μια επιβεβαίωση και λέει στο παιδί του χαμηλόφωνα.
-Καλά είμαι παιδί μου αλλάάά… το πρωί όπως πήγα να αεριστώ και χωρίς να το καταλάβω χέστηκα ο μαύρος και λέρωσα τα σεντόνια και ντρέπομαι πως να το πω της κυράς σου.
Το παιδί βγήκε από το δωμάτιο του γέρου και πήγε και το είπε της γυναίκας του. Εκείνη, χαμηλόφωνα άρχισε την μουρμούρα και τις κατάρες για τον γέρο.
Ο γέρος, το άκουσε και καθώς μάλωνε το παιδί του με την νύφη, για αυτό που συνέβηκε, σηκώθηκε ντύθηκε και πήγε στην κουζίνα εκεί που ήσαν αυτοί και τους λέγει:
-Μην μαλώνετε παιδάκια μου έτσι το είπα, δεν χέστηκα, για αστείο σου το είπα!
Η νύφη έμεινε κόκκαλο, ενώ ο γιος του έβαλε τα κλάματα.
Εν τω μεταξύ ο γέρος πήρε το καλάθι του και τους είπε ότι φεύγει. Αν και ο γιος του επέμενε να μείνει, αυτός δεν άλλαξε γνώμη, έφυγε και δεν ξαναγύρισε στο σπίτι του παιδιού του μέχρι που πέθανε.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου