
Όλη του τη ζωή πίστευε πως πρώτα έπρεπε να τακτοποιήσει τα σημαντικά.
Τη δουλειά, τους λογαριασμούς, τα προβλήματα. ιστ
Κι ύστερα θα είχε χρόνο για τα υπόλοιπα.
Ένα απόγευμα καθόταν στο τραπέζι του σαλονιού.
Είχε χαρτιά μπροστά του.
Κάτι έπρεπε να τελειώσει.
Τότε εμφανίστηκε ο γιος του στην πόρτα.
Κρατούσε μια μπάλα.
“Μπαμπά, θα παίξουμε;”
Δεν σήκωσε το κεφάλι.
“Σε λίγο.”
Το παιδί χαμογέλασε.
Άφησε την μπάλα δίπλα στην πόρτα και βγήκε έξω.
Ήταν ένα συνηθισμένο απόγευμα.
Την επόμενη μέρα υπήρχε πάλι δουλειά.
Κάθε φορά υπήρχε κάτι που έπρεπε να γίνει πρώτα.
Τα χρόνια πέρασαν χωρίς να το καταλάβει.
Μια μέρα, γυρίζοντας σπίτι, είδε μια παλιά μπάλα σε μια γωνιά της αποθήκης.
Την πήρε στα χέρια του.
Και για μια στιγμή είδε μπροστά του εκείνο το απόγευμα.
Την μπάλα στην πόρτα.
Το παιδί που τον κοιτούσε.
“Μπαμπά, θα παίξουμε;”
Προσπάθησε να θυμηθεί τι ήταν τόσο επείγον εκείνη τη μέρα.
Δεν μπόρεσε.
Προσπάθησε να θυμηθεί ποια δουλειά δεν μπορούσε να περιμένει.
Δεν μπόρεσε.
Θυμόταν μόνο το παιδί.
Και τη μπάλα δίπλα στην πόρτα.
Ο γιος του είχε μεγαλώσει πια.
Είχε τη δική του ζωή.
Τα δικά του σχέδια.
Τις δικές του βιασύνες.
Κι εκείνος καθόταν μόνος, κρατώντας μια παλιά μπάλα.
Τότε κατάλαβε κάτι που δεν του είχε μάθει κανείς.
Τα σημαντικότερα πράγματα στη ζωή δεν φεύγουν ξαφνικά.
Φεύγουν αθόρυβα.
Και υπάρχουν στιγμές που θα έδινες τα πάντα για να γυρίσεις πίσω.
Όχι δέκα χρόνια.
Μόνο ένα απόγευμα.
Να ανοίξει η πόρτα.
Να μπει ένα παιδί με μια μπάλα στα χέρια.
Και να σε ρωτήσει άλλη μία φορά:
“Μπαμπά, θα παίξουμε;”
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου