
Έτσι όπως ήμουν σκυφτός πάνω από τον πάγκο επισκευών, βυθισμένος μέσα στις σκέψεις μου, χτύπησε το τηλέφωνο.
Δεν ήμουν και στην καλύτερη διάθεση, δίχως συγκεκριμένο λόγο, απλά μία απ΄τις μέρες που δεν χαμογελάς χωρίς να ξέρεις το γιατί.
“Παρακαλώ?” έτσι ξεροσφύρι απάντησα στο τηλέφωνο και θυμήθηκα νεότερος, έλεγα “AQUA collezione, παρακαλώ πως μπορώ να σας εξυπηρετήσω?”…οπότε φαντάζομαι σε λίγα χρόνια θα μουγκρίζω στο ακουστικό, όταν είμαι στις κακοκεφιές μου.
“Μήπως θα μπορούσατε να έρθετε λίγο έξω?” άκουσα μια γυναικεία φωνή να λέει.
Σήκωσα το κεφάλι και είδα μια γυναίκα, κορίτσι θάλεγα, γύρω στα 25-30, πάνω σε ένα ηλεκτρικό αμαξίδιο.
Έτρεξα γρήγορα, προσπαθώντας να φανώ και άνετος ταυτόχρονα γιατί φοβήθηκα μη νιώσει άβολα. Αυτά τα άτομα νομίζω θέλουν να τους φέρεσαι σαν οποιονδήποτε άλλον, να περάσουν το μήνυμα “ναι είμαι σε αμαξίδιο αλλά μπορώ να κάνω τα πάντα μόνος μου, μη με νομίζεις αδύναμο” και δίκιο έχουν.
Άνοιξα την πόρτα, βγήκα , πλησίασα και εκείνη μου χαμογέλασε λες και αντίκρυσε την παραλία που τόση ώρα έψαχνε να βρεί στον χάρτη κάποιου καλοκαιρινού νησιού.
Καπέλο, λεπτά μεγάλα κόκκινα γυαλιά μυωπίας, φυστικί ακουστικά περασμένα στον λαιμό, ένα πολύχρωμο πλάσμα καθισμένο σε καρεκλάκι με ρόδες που είχε ένα τζόιστικ στην άκρη του.
“Καλησπέρα, μήπως μπορείτε να φτιάξετε το χαλασμένο ρολόι του μπαμπά μου?” με ρώτησε κι άρχισε να ψάχνει την τσάντα που είχε στην αγκαλιά της.
Της πρότεινα να την βοηθήσω να πάμε εντός του μαγαζιού, εφόσον ράμπα δεν υπήρχε στο πεζοδρόμιο αλλά εκείνη μου έκανε νόημα άρνησης, έχοντας ύφος “μην ασχολείσαι καλέ μου με λεπτομέρειες, θα τα βολέψουμε ” και μου έδωσε το ρολόι ενώ δεν σταματούσε να χαμογελά.
Όλα αυτά συνέβαιναν ανάμεσα σε παρκαρισμένα αυτοκίνητα, εντός του δρόμου που περνούν λεωφορεία, εκεί σε μια άκρη, ένα κορίτσι μου άνοιγε τα μάτια. “Γιατί είσαι κακόκεφος μωρέ γρουσούζη? Μήπως αλλάζει κάτι με κατεβασμένα μούτρα? Κοίταξε γύρω σου και παίρνε παραδείγματα ζωής” φώναζαν όλα μέσα μου.
Το ρολόι ήθελε επισκευή, της είπα αν θέλει να περιμένει λίγο ή να ξανά ερχόταν.
“Ά δε πειράζει, φτιάξτε το και θα ξανάρθω αύριο” μου είπε σηκώνοντας τους ώμους της και κάνοντας μια αστεία γκριμάτσα διακωμωδώντας την κατάσταση.
Πάτησε κάτι στο κινητό της μάλλον για να ξεκινήσει η μουσική, γύρισε το τζόιστικ, το έσπρωξε μπροστά και ξεκίνησε να φύγει.
Στην άκρη του δρόμου, όσο άκρη μπορεί να έχει ένας μονόδρομος της πόλης, μιας και τα πεζοδρόμια είναι για δέντρα, μηχανάκια και ότι άλλο φαντάζεσαι εκτός από ανθρώπους.
Μα δεν την ένοιαζε.
Αυτή η εικόνα να πηγαίνει μπροστά, να κουνάει ρυθμικά το κεφάλι της πέρα δώθε λες και τραγούδαγε o Savoretti μόνο για εκείνη τo what more can i do.
και το λεωφορείο να την ακολουθεί σιγά σιγά, αθόρυβα, μέχρι εκείνη να φτάσει στο στενό να στρίψει
…φάνταζε ιλαροτραγωδία αλλά το χάρηκα αυτό το κορίτσι με τα χρώματα.
Μ’ αρέσουν αυτές οι μικροαναρχίες.
Όπως μπορούμε χορεύουμε, αυτό μου έμαθε.
Δεν θα ξανάμαι κακόκεφος ποτέ…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου