
Τι θα γινόταν αν η τελευταία σου επιθυμία γινόταν πραγματικότητα, αλλά το σύμπαν είχε περίεργα κέφια; Διαβάστε «Το Φως που Προσπέρασα», ένα αυτοτελές διήγημα με πλούσιο μαύρο χιούμορ και υπαρξιακό μυστήριο για έναν άνθρωπο που αποφάσισε να αγνοήσει τους κανόνες του θανάτου.
Μια ήρεμη νύχτα του Νοέμβρη
Πάντα είχα μια συγκεκριμένη επιθυμία για το τέλος: να πεθάνω ήρεμα στον ύπνο μου. Χωρίς το δράμα μιας ανίατης ασθένειας, χωρίς τα πηγαινέλα στα νοσοκομεία και, κυρίως, χωρίς την αγωνία της τελευταίας ανάσας. Στα εξήντα τόσο μου, δεν είχα πατήσει ποτέ το πόδι μου σε γιατρό. Παρθένος στο ζώδιο βλέπετε, και όπως λένε οι αστρολόγοι, είμαστε οι καλύτεροι γιατροί του εαυτού μας.
Όπως αποδείχθηκε, βέβαια, για να πεθάνεις δεν χρειάζονται πτυχία ιατρικής.
Το σύμπαν άκουσε την ευχή μου. Ένα βράδυ του Νοέμβρη άφησα τον μάταιο τούτο κόσμο την ώρα που κοιμόμουν. Εγώ, για να είμαι ειλικρινής, δεν το κατάλαβα αμέσως. Όλες μου οι αισθήσεις ήταν σε πλήρη εγρήγορση, το ίδιο και η όρεξή μου για ζωή.
Το κλισέ τούνελ και το ΕΚΑΒ
Το μόνο παράξενο ήταν ένα περίφημο, εκτυφλωτικό φως στην άκρη ενός μακρινού τούνελ. Μου φάνηκε πολύ κλισέ για τα γούστα μου. Από μια βαθιά, γνώριμη βαρεμάρα που με χαρακτήριζε σε όλη μου τη ζωή, αρνήθηκα να το ακολουθήσω. Γύρισα την πλάτη.
Τότε κοίταξα κάτω.
Το πτώμα μου ήταν ξαπλωμένο στο κρεβάτι, σε μια στάση που μου προκάλεσε μια ελαφριά αναγούλα. «Δεν είναι δυνατόν!» φώναξα με απορία, αιωρούμενος πάνω από το δωμάτιο. «Ζω ρε! Τι δεν καταλαβαίνετε;»
Οι δικοί μου άνθρωποι, όμως, δεν άκουγαν τις κραυγές μου. Επέμεναν να θρηνούν πάνω από ένα άψυχο κορμί που είχε πάψει πια να είμαι εγώ.
Όταν έφτασε το ΕΚΑΒ, οι διασώστες πιστοποίησαν το μοιραίο και ανακοίνωσαν στην οικογένεια ότι, λόγω του ξαφνικού θανάτου στο σπίτι, έπρεπε να γίνει νεκροψία. Ανατρίχιασα. Η ιδέα και μόνο να με τεμαχίσουν κάποιοι μαθητευόμενοι μάγοι της ιατροδικαστικής για να βρουν την αιτία, με έκανε να θέλω να ξαναπεθάνω. Ευτυχώς, βρέθηκε ο «καλός» γιατρός που υπέγραψε το πιστοποιητικό με το αζημίωτο. «Ανακοπή καρδιάς» απεφάνθη ο ανιδιοτελής υπηρέτης του Ιπποκράτη, και όλοι ησυχάσαμε.
Η τελευταία πινελιά και το ψυγείο
Τα υπόλοιπα τα ανέλαβε το γραφείο τελετών. Με απόλυτη επαγγελματική επάρκεια, ανέλαβαν να σουλουπώσουν το άχαρο πτώμα μου. Ήθελαν να με κάνουν, αν όχι ερωτεύσιμο, τουλάχιστον υποφερτό στην όψη, για να μην πάρουν δρόμο οι καλεσμένοι στο ξόδι μου. Παρακολουθούσα τις υπεράνθρωπες προσπάθειές τους από το ταβάνι. Ειδικά όταν ήρθε μια μαθητευόμενη κοπελίτσα για το τελευταίο μακιγιάζ, ήμουν έτοιμος να κάνω ένα «μπου» για να της κόψω το αίμα.
Δυστυχώς, όπως λέει και το Ευαγγέλιο, «χάσμα μέγα εστήρικται μεταξύ υμών και ημών». Έμεινα με την ανεκπλήρωτη επιθυμία του σαμποτάζ.
Μετά με έχωσαν στο ψυγείο. Έπρεπε να διατηρηθεί το ίματζ, βλέπετε, να μην αρχίσω να σαπίζω πριν την ώρα μου. Ψοφόκρυο εκεί μέσα. Τα δόντια μου θα έτριζαν, αν είχα ακόμα νευρικό σύστημα.
Το επόμενο πρωί μεταφερθήκαμε στην εκκλησία. Οι συγγενείς κατέφθαναν κρατώντας λουλούδια, με ένα ύφος που φώναζε από μακριά: «Άντε να τελειώνουμε, έχουμε και δουλειές». Ο παπάς, καταλαβαίνοντας το κλίμα, τους έκανε τη χάρη. Εξέτισε την κηδεία σε χρόνο ρεκόρ: δέκα λεπτά και έξω.
Οι νέοι κανόνες του νεκροταφείου
Μετά τον τελευταίο, άβολο αποχαιρετισμό, με παράχωσαν σε έναν λάκκο και με σκέπασαν με βαρύ, υγρό χώμα. Εκεί έγινε το περίεργο. Το σώμα έμεινε κάτω, αλλά εγώ βγήκα στην επιφάνεια. Μη με ρωτήσετε πώς, πάντως βγήκα. Χαμογέλασα στη γυναίκα και στις κόρες μου —τις μόνες που έκλαιγαν αληθινά— αλλά εκείνες κοιτούσαν μέσα από μένα.
Όταν η τελετή έληξε και οι ζωντανοί άρχισαν να αποχωρούν προς τα αυτοκίνητά τους, ένιωσα τον πρώτο πραγματικό τρόμο. Προσπάθησαν να τους ακολουθήσω, αλλά ένας αόρατος τοίχος με πέταξε πίσω. Τα όριά μου είχαν επαναπροσδιοριστεί. Μπορούσα να κινούμαι αποκλειστικά και μόνο μέσα στον περίβολο του νεκροταφείου.
Από τότε, αυτή είναι η καθημερινότητά μου. Μπαινοβγαίνω στον τάφο μου, ρίχνω μια ματιά στα σκουλήκια που έχουν στήσει πάρτι στο ταλαίπωρο σώμα μου, και μετά βγαίνω για νυχτερινό περίπατο ανάμεσα στα μνήματα. Και να φανταστείτε ότι όσο ζούσα, ούτε απέξω δεν περνούσα από νεκροταφεία, ειδικά μετά τη δύση του ήλιου. Το σύμπαν έχει περίεργο χιούμορ.
Τώρα, όμως, με ζώνουν τα φίδια. Σε λίγα χρόνια θα γίνει η εκταφή. Τι θα απογίνω τότε; Θα συνεχίσω να περιφέρομαι σαν αδέσποτη σκιά ανάμεσα στα οστεοφυλάκια ή θα χαθώ για πάντα στο απόλυτο τίποτα;
Μακάρι να μπορούσα να ξαναβρώ εκείνο το φως που βαρέθηκα να ακολουθήσω εκείνο το βράδυ του Νοέμβρη. Έκανα τη βλακεία, την πάτησα, και τώρα πληρώνω τις συνέπειες. Όμως, απ' ό,τι φαίνεται, ο θάνατος δεν σου δίνει δεύτερη ευκαιρία.
Εσείς θα ακολουθούσατε το φως ή θα κάνατε την ίδια επιλογή με τον ήρωα της ιστορίας; Γράψτε μου τη γνώμη σας στα σχόλια από κάτω! Αν σας άρεσε το διήγημα, μοιραστείτε το στα social media σας για να στηρίξετε το μπλογκ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου