
Γράφει η Φύλλις Γκούστη
Χώρος που καταλαμβάνουμε, που από πάντα καταλαμβάναμε βέβαια, μα μέχρι μια ηλικία, είχαμε αυτήν την “too much” ταμπέλα φορεμένη. Χώρος που “πιάνει” η οντότητά σου, άσχετα με ύψος, ηλικία, φύλο, κιλά. Ο χώρος, που από πάντα μάθαμε να κρύβουμε, οι στιγμές εκείνες που εκπαιδευόμασταν, στο πώς εμείς οι ίδιοι να μικραίνουμε τον εαυτό μας, μην τυχόν και φανούμε, για αυτό το οποίο είμαστε.
Ο χώρος, που με τον καιρό, την εμπειρία και την γνώση, μάθαμε πως μας ανήκει. Χώρος, που άθελά μας, με το μίκραιμα που εμείς πρώτοι, μαθημένοι μας επιβάλαμε, έφερνε δίπλα ανθρώπους και καταστάσεις, που δεν ταίριαξαν. Που δεν θα μπορούσαν να είχαν ταιριάξει, αφού εμείς πρώτα, αληθινοί σε εμάς, δεν ήμασταν. Που δεν φταίξανε, που δεν φταίξαμε, στο σημείο του ότι, έτσι μάθαμε. Όλοι μας.
Έρχεται όμως κάποια στιγμή, που δεν χωράς πια, στα από πάντα μαθημένα σου. Και που ο χώρος αυτός που “πιάνεις” δεν σε ρωτάει πια. Δεν έρχεται μόνος του μια μέρα να σου πει, “φτάνει”. Έρχεται σε μια περίοδο, που έχεις βγει για λίγο στο “πλατύσκαλο” να ξαποστάσεις, που έχεις αφήσει τις μάχες και τις φυγές πια προ πολλού, που έχεις συμφιλιωθεί με την ιδέα του εαυτού σου και τα χέρια έχεις δώσει με το εσωτερικό σου παιδί.
Έρχεται σε μια περίοδο, όπου η ωριμότητα του αισθάνομαι, του ανήκω, του νιώθω, έχουν κάνει την παρουσία τους και σου ψιθυρίζουν γλυκά “σ’αγαπάω”, αλήθεια “σ’αγαπάω”. “Είμαι εδώ για σένα, δεν σε ξαναεγκαταλείπω”.
Στην περίοδο λοιπόν που μαλακώνουν όλα τα μέσα σου και αλλάζει ακόμα και η φιλοσοφία σου για πολλά, αν οχι τα πάντα, παρουσιάζεται ο από πάντα χώρος σου, να σου πει, “ήρθε η ώρα”. Η ώρα να είσαι, να στέκεσαι, να φαίνεσαι για αυτό που από πάντα ήσουν, μιας και μόνο τώρα, από αυτό εδώ το πλατύσκαλο, μπορείς να κατανοήσεις τί ήταν αυτό.
Και κάπως έτσι, επιλέγοντας την πιο δική σου αλήθεια, σου τελειώνουν οι δικαιολογίες από σένα για σένα και προχωράς. Προχωράς εκεί που το μέσα σου, ενώνεται με το έξω σου. Εκεί που η αύρα σου μιλάει από μόνη της και που οι λέξεις, με χαρά, της δίνουν το προβάδισμα.
Στο πέρασμα λοιπόν, του χρόνου, του πόνου, του μαθήματος, του ξυπνήματος, συνειδητοποιείς πως όταν δεν έχεις πια να κρυφτείς από σένα, δεν έχεις να κρυφτείς από κανέναν άλλο. Και πως κάπου εδώ, αρχίζεις ουσιαστικά να βρίσκεις εσένα, τί θέλεις, τι σ’αρέσει στο νέο τώρα, αλλά αρχίζεις και να τα ζεις, να τα απολαμβάνεις. Ή μάλλον καλύτερα, να σε απολαμβάνεις..
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου