
Η Ακακία Κορδόση (1940, Μεσολόγγι – 26 Μαρτίου 2015, Μεσολόγγι) δεν υπήρξε απλώς μια σημαντική λογοτεχνική παρουσία. Υπήρξε μια πνευματική δύναμη με ρίζες βαθιές στον τόπο της και βλέμμα στραμμένο στην Ευρώπη. Πεζογράφος, μεταφράστρια, δοκιμιογράφος, με σπουδές Κλασικής Γαλλικής Φιλολογίας στην Ελλάδα και Μοντέρνας Φιλολογίας στη Γαλλία, έφερε στη γραφή της εκείνη τη σπάνια σύνθεση πειθαρχίας και ευαισθησίας που μιλά μέσα από τη δύναμη της σιωπής και γίνεται κραυγή φτάνοντας έως τις μέρες μας.
Οι εγκύκλιες σπουδές της στην Παλαμαϊκή Σχολή και η μετέπειτα ακαδημαϊκή της διαδρομή, από την Ελλάδα έως τη Ντιζόν, δεν ήταν απλώς τίτλοι. Ήταν θεμέλια για την ίδια και ψηφίδες για τα έργα της. Εργάστηκε ως καθηγήτρια Γαλλικών στη δημόσια εκπαίδευση και στην Υπηρεσία Τύπου της Γαλλικής Πρεσβείας — μια πορεία που καταδεικνύει όχι μόνο τη γλωσσική επάρκεια αλλά και την ουσιαστική διαπολιτισμική γέφυρα. Και αυτή η γέφυρα διακρίνεται καθαρά στο έργο της: ελληνική ψυχή, ευρωπαϊκή παιδεία.

Η πρώτη της εμφάνιση στα γράμματα το 1967, με διήγημα στη «Νέα Εστία», δεν ήταν πυροτέχνημα. Ήταν η αρχή. Ακολούθησαν συνεργασίες με το «Έθνος» και τα «Ιστορικά της Ελευθεροτυπίας», αλλά η ουσία βρισκόταν αλλού: στη σταθερή, εσωτερική της πορεία ως δημιουργού που δεν έγραφε για να ακουστεί δυνατά, αλλά για να ακουστεί βαθιά.
Η γραφή της Ακακίας Κορδόση εντάσσεται σε εκείνο που ονομάζουμε λυρική γυναικεία πεζογραφία — με την ουσιαστική έννοια του όρου. Όχι ως ταμπέλα, αλλά ως στάση. Οι ηρωίδες της δεν κραυγάζουν, βιώνουν, προχωρούν. Οι χαρακτήρες της δεν επιδεικνύουν το δράμα τους, το κουβαλούν σιωπηλά, το επεξεργάζονται. Και εκεί, μέσα σε αυτό το «κουβάλημα», αναδύεται η δύναμη.
Το έργο της είναι εκτενές και πολυδιάστατο. Στα διηγήματα —από τις Γκρίζες μέρες (1973) έως το Δεν πειράζει που δεν μ’ άκουσες (2011)— διακρίνεται μια σταθερή ενασχόληση με τη μνήμη, τη φθορά, την απουσία, την εσωτερική σύγκρουση. Στο Σαν μουσική τη νύχτα (1997) και στους Γερανούς (1993), η γλώσσα αποκτά σχεδόν μουσική υφή. Δεν είναι τυχαίο: η Ακακία Κορδόση ήξερε να ακούει τις παύσεις.

Στα μυθιστορήματά της —Ο εμπρησμός (1992), Το διπλό ταξίδι (1994), Τα νοερά καλοκαίρια (1995), Ο μυστικός κόσμος του καθηγητή Αναγνώστου (2001), Απ’ το ροζ ως το κόκκινο (2010)— διαφαίνεται μια συγγραφέας που τολμά να εξερευνήσει την ανθρώπινη συνείδηση χωρίς να την απλοποιεί. Δεν την ενδιαφέρει το εύκολο σχήμα. Την ενδιαφέρει η ρωγμή.
Ξεχωριστή θέση στο έργο της κατέχει το διήγημα Δεκατρείς φωνές της σιωπής, που τιμήθηκε το 1991 με το Μέγα Βραβείο Γραμμάτων της Γαλλικής Ακαδημίας και κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 1992. Ο τίτλος από μόνος του είναι δηλωτικός: φωνές και σιωπή σε διαρκή διάλογο. Εκεί συμπυκνώνεται η αισθητική της. Η σιωπή, για την Ακακία Κορδόση, δεν είναι κενό. Είναι φορτισμένος χώρος. Είναι το σημείο όπου η ψυχή μιλά χωρίς να θορυβεί. Προσωπικά «Το ραδιόφωνο» από τις δεκατρείς σιωπές μιλά στις ψυχές των γυναικών κάθε εποχής…
Αυτή η ενασχόληση με τη σιωπή —ως υπαρξιακή και λογοτεχνική συνθήκη— διατρέχει ολόκληρη την πεζογραφία της. Οι γυναικείες μορφές της δεν είναι σύμβολα, είναι πρόσωπα. Κι όμως, μέσα από τη μοναδικότητά τους, γίνονται οι ηρωίδες της καθημερινότητας. Η μητρότητα, η απώλεια, ο έρωτας, η απογοήτευση, η εσωτερική αξιοπρέπεια — όλα αποδίδονται με γλώσσα λυρική αλλά πειθαρχημένη. Χωρίς μελοδραματισμούς. Χωρίς περιττές εξάρσεις. Με εκείνη τη λεπτή ένταση που σε ακολουθεί και μετά το τέλος της ανάγνωσης, και μετά τη σιωπή.
Η συμβολή της δεν περιορίζεται στην καθαυτό λογοτεχνία. Το θεατρικό της έργο Ένας άνθρωπος που λεγόταν Μπάυρον (1974) αποκαλύπτει την ευρύτερη πνευματική της καλλιέργεια, ενώ τα δοκίμια και οι μελέτες της —Αναλογίες (1974), Γνωρίστε το Μεσολόγγι (1976), Το Μεσολόγγι της ομορφιάς και του πνεύματος (2003), Από την Πίζα στο Μεσολόγγι (2011)— μαρτυρούν βαθιά ιστορική και πολιτισμική συνείδηση.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η γλωσσική της μελέτη Μιλήστε μεσολογγίτικα (1981), που τιμήθηκε με βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών. Δεν πρόκειται για μια απλή καταγραφή ιδιωματισμών, είναι πράξη πολιτισμικής αυτογνωσίας είναι η βαθιά αγάπη για τον τόπο της. Η Ακακία Κορδόση δεν έβλεπε τη γλώσσα ως εργαλείο. Τη θεωρούσε ζωντανό οργανισμό, φορέα μνήμης και ταυτότητας.
Ως μεταφράστρια, έφερε στο ελληνικό κοινό έργα του Μπαλζάκ και σύγχρονων Γάλλων συγγραφέων όπως του Φρανς Ρος και της Κατρίν Αλεγκρέ. Μετέφρασε επίσης την Ιστορία της πολιορκίας του Μεσολογγίου του Ογκίστ Φαμπρ. Οι μεταφράσεις της δεν ήταν τεχνική άσκηση, ήταν διάλογος πολιτισμών. Και αυτό απαιτεί ευαισθησία, όχι απλώς γνώση.
Η παρουσία της στο Μεσολόγγι υπήρξε καταλυτική. Συμμετείχε στην έκδοση νεανικών λογοτεχνικών περιοδικών, ίδρυσε την Κινηματογραφική Λέσχη Μεσολογγίου, υπήρξε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Πνευματικού Κέντρου και, μαζί με τον αδελφό της Νίκο Κορδόση, ίδρυσαν τον πολιτιστικό οργανισμό «Διέξοδος». Δεν αποσύρθηκε στον πύργο της γραφής της. Ήταν παρούσα. Ενεργή. Ανήσυχη.
Η αναγνώριση ήρθε θεσμικά αλλά και ουσιαστικά. Το 2003 εξελέγη επίτιμη διδάκτωρ Νεοελληνικής Λογοτεχνίας από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 2004 τιμήθηκε με το Χρυσό Μετάλλιο του Κέντρου Ευρωπαϊκών Μελετών για το σύνολο του έργου της. Στις 26 Μαρτίου 2015, η Ακακία Κορδόση έφυγε από τη ζωή στο σπίτι της στο Μεσολόγγι, σε ηλικία 75 ετών. Έφυγε ήσυχα, όπως έγραφε. Όμως το έργο της παραμένει. Και παραμένει ζωντανό.
Στην Ημέρα της Γυναίκας, η μορφή της δεν προσφέρεται για εύκολες εξιδανικεύσεις. Δεν χρειάζονται περιγραφές και εικόνες σε μια εποχή που η εικόνα χάνεται στην κενότητα των λόγων και φωνασκιών. Χρειάζεται ανάγνωση, χρειάζεται σιωπή. Χρειάζεται επιστροφή στα κείμενά της, εκεί όπου η γυναικεία εμπειρία δεν παρουσιάζεται ως σύνθημα αλλά ως σύνθετη, απαιτητική αλήθεια, η αλήθεια της σιωπής! Με ρίζες από το Μεσολόγγι και φτερά στη γαλλική παιδεία. Με γραφή λυρική αλλά αυστηρή. Με σιωπές που μιλούν. Σε μια εποχή που συχνά μπερδεύει την ένταση με το βάθος, εκείνη απέδειξε πως η αληθινή δύναμη μπορεί να είναι χαμηλόφωνη. Και ακριβώς γι’ αυτό, αδιαπραγμάτευτη. Μια γυναίκα- η Ακακία Κορδόση!
Κατερίνα Σχισμένου
Αναρτήθηκε από ROMIANEWS στις 2:26 μ.μ. 0 σχόλια
Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείουBlogThis!Κοινοποίηση στο XΜοιραστείτε το στο FacebookΚοινοποίηση στο Pinterest
Οδοιπορικό στην Παιδόπολη του Ζηρού: Τα παιδιά που σκότωσαν (;) τη θλίψη του εμφυλίου.
Καρτ ποστάλ της Παιδόπολης. Διακρίνεται ο κεντρικός δρόμος, κτίρια διοίκησης, θάλαμος παιδιών και στο βάθος το αναρρωτήριο και η εκκλησία. (αρχείο Παιδόπολης Ζηρού)
Στις όχθες της λίμνης Ζηρού ακόμα έλιωνε το χιόνι, ενώ τα απέναντι ηπειρωτικά βουνά ήταν λευκά, ένα τοπίο σαν αλπικό, μόλις λίγα χιλιόμετρα από την κωμόπολη της Φιλιππιάδας. Η λίμνη φαίνεται «βυθισμένη» στο πράσινο, η βλάστηση στους λόφους που την περικλείουν είναι πυκνή- δρυς, φτελιές, πλατάνια και νερόφραξοι συνθέτουν μια εντυπωσιακή, πολυποίκιλη φύση. Στην μια άκρη της λίμνης, όπως φτάνει ο δρόμος από τον «έξω κόσμο», παρατετάγμενα ή διάσπαρτα, κεραμοσκεπή κτίρια ή τα απομεινάρια τους, κάποια ερείπια, κάποια ανακαινισμένα- με μια πρώτη ματιά και αν δεν ξέρεις την τοπική ιστορία μάλλον θα νομίσεις πως πίσω από τον φράχτη που ζώνει τον χώρο «κείτεται» κάποιο παλιό, εγκαταλελειμμένο χωριό. Όλα είναι πολύ ήσυχα, οι επισκέπτες αραιοί και αν δεν πετύχεις κάποιο από τα σχολεία που απ’ όλη την Ελλάδα επισκέπτονται το Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης, ο τόπος μπορεί να σου φανεί έρημος. Κι όμως, βρισκόμαστε σε ένα μέρος που από το 1948, μια σκοτεινή, αιμάσσουσα εποχή για την Ελλάδα, έσφυζε από τη ζωή μιας «Παιδόπολης». Οι κάτοικοί της; Εκατοντάδες παιδιά, ορφανά ή απλώς πάμφτωχα, που μεταφέρθηκαν στον Ζηρό από τον (Εθνικό) Στρατό- ο Εμφύλιος είναι στο αποκορύφωμά του και αυτή είναι μια από τις παράλληλες με τα πεδία των μαχών, απότοκες ιστορίες του. Άγνωστη σε πολλούς, αμφίσημη για όλους.
«Στη διάρκεια του ελληνικού εμφυλίου, τόσο οι κυβερνητικές δυνάμεις (ΕΣ), όσο και ο Δημοκρατικός Στρατός (ΔΣΕ), όπου την ηγεμονία είχε το ΚΚΕ, μετακίνησαν παιδιά από τα σπίτια και τις οικογένειές τους», μας λέει η ιστορικός Τασούλα Βερβενιώτη που έχει μελετήσει συστηματικά τις δεκαετίες του ’40 και του ’50. «Πολλοί γονείς δεν ήθελαν να αποχωριστούν τα παιδιά τους αλλά αρκετοί τα άφησαν να φύγουν, αδυνατώντας να τα θρέψουν, για να γλιτώσουν από τον πόλεμο και να έχουν ένα καλύτερο μέλλον. Ο Δημοκρατικός Στρατός τα μετέφερε σε ανατολικές χώρες «για να σωθούν από τη λύσσα και τη βαρβαρότητα των μοναρχοφασιστών»- θεωρούσαν ότι η Φρειδερίκη θα τα μετέτρεπε σε γενίτσαρους. Από την άλλη πλευρά, οι κυβερνητικές δυνάμεις τα συγκέντρωσαν στις «Παιδοπόλεις» που είχαν ιδρυθεί από τον «Έρανο ‘Πρόνοια Βορείων Επαρχιών της Ελλάδος’ υπό την Υψηλήν Προστασία της Α.Μ. της Βασιλίσσης». Η Κυβέρνηση της Αθήνας κατηγορούσε τους κομμουνιστές ότι «απήγαγαν» παιδιά για να τα «αφελληνίσουν» και ονόμαζε την τακτική τους «παιδομάζωμα», ενώ τη δική της, «παιδοφύλαγμα».
Στο «Αναπαραστάσεις της Ιστορίας. Η δεκαετία του 1940 μέσα από τα αρχεία του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού» (Εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 2009), η κ. Βερβενιώτη γράφει ότι ο Έρανος της βασίλισσας ήταν το επιστέγασμα των προσπαθειών τόσο του βασιλικού θεσμού, όσο και της Φρειδερίκης προσωπικά, να εδραιώσουν την πολιτική τους εξουσία και να αυξήσουν τη δημοφιλία τους- το δεύτερο, ειδικά για τη Φρειδερίκη ήταν επιτακτική ανάγκη. Η Φρειδερίκη ήταν γενικά αντιπαθής- οι αριστεροί την κατηγορούσαν ότι υπήρξε μέλος της χιτλερικής νεολαίας, ενώ και στους δεξιούς δεν άρεσε η γερμανική της εθνικότητα, ούτε η προσωπικότητά της που ήταν πιο δυναμική από του βασιλιά. Πάντως η Φρειδερίκη μέσω του Εράνου έστησε έναν πυραμιδοειδή μηχανισμό με δικούς της ανθρώπους, σε κάθε επαρχία και μέχρι το τελευταίο χωριό. Ο Έρανος εξελίχθηκε αμέσως στο «Κόμμα της Φρειδερίκης», που χρηματοδοτούνταν από δωρεές μεγαλοαστών αλλά, κυρίως, από τα λεφτά του κοσμάκη- είτε μέσω κουπονιών (που πολλοί αγόραζαν από τον φόβο του χωροφύλακα), είτε με «φόρους υπέρ τρίτων».
Ο επικεφαλής της ομάδας κατασκευής της Παιδόπολης Ζηρού, Ελβετός μηχανικός Rudolph Pfenniger
«Μέχρι τα τέλη του ’47, επτά Παιδοπόλεις με «ανταρτόπληκτα» και «προσφυγόπουλα» λειτουργούσαν υπό τον Έρανο», λέει η ιστορικός. «Στην περίπτωση του Ζηρού οι εγκαταστάσεις και ο εξοπλισμός της Παιδόπολης ανήκαν στον ελβετικό Ερυθρό Σταυρό, στα τέλη του ’47 όμως ο Έρανος ζήτησε να στεγάσει εκεί 750 παιδιά. Στις 14/01/1948, λόγω των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην περιοχή της Κόνιτσας, μέσα σε 48 ώρες και με τα έργα υποδομών στον χώρο της Παιδόπολης ανολοκλήρωτα, μεταφέρθηκαν στον Ζηρό όλα τα παιδιά της Παιδόπολης «Αγία Ελένη». Αργότερα, ο Ελβετός Λαμπέρ, εκπρόσωπος του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, περιγράφει παραστατικά την άφιξη στο Ζηρό 65 παιδιών από το Ορφανοτροφείο Πωγωνίου, που στρατιωτικοί λόγοι επέβαλλαν να εκκενωθεί».
«Τα νεοφερμένα παιδιά ήταν ψειριασμένα και τα περισσότερα χωρίς παπούτσια. Τα ψέκασαν με DDT για να φύγουν οι ψείρες, κούρεψαν τα αγόρια και λίγα κορίτσια και τα σαπούνισαν όλα καλά. Σε πολλά παιδιά αυτή η διαδικασία προξένησε φόβο. Μετά τα έντυσαν με καθαρά εσώρουχα, τους έδωσαν καινούργια ρούχα και παπούτσια. Χτένισαν τα κορίτσια και έγινε νέος ψεκασμός με DDT και πετρέλαιο. Τα παιδιά μεταμορφωμένα πλέον πήγαν στο εστιατόριο, όπου μερικά συναντήθηκαν ξανά με τα αδέλφια τους. Οι «παλιοί» ήταν πρόθυμοι να βοηθήσουν τους «καινούριους», να τους εξηγήσουν τι έπρεπε να κάνουν. Κάποιοι ενήλικες παρατήρησαν ότι ένα παιδί δεν άγγιζε το φαγητό του, μέχρι που κατάλαβαν ότι δεν είχε χρησιμοποιήσει πιάτο και δεν είχε δεχθεί ποτέ μια μερίδα όλο δική του», σημείωνε ο Λαμπέρ.
Ένα από τα πρώτα παιδιά στο Ζηρό ήταν ο κύριος Κώστας Τραγανός- «Eδώ ήταν το χοιροστάσιο, από πάνω η εκκλησία», λέει καθώς περπατάμε σε ένα μονοπάτι από τότε, που ακόμα κυκλώνει τη λίμνη. «Να εδώ ήταν ο μώλος, δέναμε τη βάρκα μας. Ήταν κλεισμένος ο τόπος, η λίμνη ήταν περιμετρικά φραγμένη για να μην πνίγονται τα παιδιά στη λίμνη. Χασαμε δυο παιδιά, το ’52 και το ’62, από πνιγμό». Ο ίδιος είναι από τις εμβληματικές φυσιογνωμίες της Παιδόπολης, αφού έζησε εκεί από παιδάκι 8 χρονών ως τρόφιμος, έως να συνταξιοδοτηθεί, ως ηλεκτρολόγος και αρτοποιός, 42 χρόνια στο ίδιο ίδρυμα.
Κωνσταντίνος Τραγανός. «Αυτό το δέντρο είναι νερόφραξος, βέργα το πήρα από τη λίμνη και το φύτεψα εδώ το ‘60»
«Ο πατέρας μου ήταν καπετάνιος του ΕΛΑΣ στον Δομοκό, από εκεί είμαι. Σκοτώθηκε στον Όθρυ, δολοφονήθηκε δηλαδή από σύντροφό του που μετά παραδόθηκε και ανέφερε ότι σκότωσα τον καπετάν Μήτσο. Τη μάνα μου την έκρυβαν και μείναμε μόνα μας με την αδερφή μου. Μας πήρανε, λοιπόν, οι σύντροφοι καμιά 10αριά παιδιά και διασχίσαμε με ζώα όλο τον κάμπο της Θεσσαλίας από κρυφά περάσματα. Στα Τέμπη, όμως, πέσαμε πάνω σε απόσπασμα Χωροφυλακής. Η αδερφή μου, 4,5 χρονών τότε, «υιοθετήθηκε» από τη βασίλισσα, μαζί της κι εγώ. Μετά από 3 μήνες μας χώρισαν- αυτή έμεινε στη Λαμία κι εγώ μεταφέρθηκα εδώ».
Πως νιώθατε για τη Φρειδερίκη; Εσείς και τα άλλα παιδιά.
-Οκτώ χρονών ήμουν αλλά ήξερα ποιοι είναι οι γονείς μου και ότι για το κακό που με βρήκε ευθυνόταν η άρχουσα τάξη. Γενικά δεν την αγαπούσαμε τη Φρειδερίκη, τη σεβόμασταν όμως. Τα παιδιά της Παιδόπολης βγήκαμε αυτοπειθαρχημένα άτομα και μαθαίναμε να σεβόμαστε τους θεσμούς. Η εντελώς προσωπική μου γνώμη για την Φρειδερίκη είναι ότι άδραξε την ευκαιρία «να πουλήσει μούρη».
Παιδιά και προσωπικό της Παιδόπολης, 1948. (προσφορά Σωτ. Φασουλή)
Τελικά τι ήταν η Παιδόπολη, κολαστήριο ή παράδεισος;
Ένα αναγκαίο κακό ήταν, που έβγαλε όμως πολύ καλά παιδιά. Κοίτα, τότε ήμασταν στο απόλυτο μηδέν. Η χώρα είχε περάσει λαίλαπα. Στην Παιδόπολη είχαμε πολλά πράγματα, ήτανε μέρος να το χαίρεσαι. Δεν ήταν γκέτο. Η γενιά μας πείνασε πολύ, εδώ είχαμε τα πάντα- το φαγητό μας κάθε μέρα καλομαγειρεμένο, τα ρούχα μας πεντακάθαρα, γιατί οι εργαζόμενοι προσπαθούσαν. Υπήρχαν πάντα, βέβαια, και οι εγκάθετοι αλλά μην ξεχνάς ότι ήταν βασιλικό ίδρυμα.
Το κλίμα μεταξύ των παιδιών;
Αδελφικό, παρότι δεν ήταν ήμασταν όλα παιδιά ανταρτών, υπήρχαν και αρκετά που ο πατέρας τους ήταν στον Εθνικό Στρατό, τον έχασαν και βρέθηκαν εδώ. Αλλά ποτέ δεν έγινε μπροστά μου καβγάς για πολιτικούς λόγους, σαν παιδιά δε μας χώριζε τίποτα. Μετά αρχίζαμε να καταλαβαίνουμε άλλωστε την πραγματικότητα, όταν μας αποκλείανε. Εμένα με έκοψαν από υπαξιωματικό στο Πολεμικό Ναυτικό λόγω «αριστερής πλατυποδίας», το πιστεύεις; Γιατί κυριολεκτώ...
Πάσχα 1951 στον Ζηρό. (αρχείο Π. Μπούνια)
Ξύλο δεν έπεφτε στην Παιδόπολη;
Ναι, αυτό ήταν το κακό. Είχε επικρατήσει αυτό το άθλιο «το ξύλο βγήκε απ’ τον παράδεισο. Υπήρχαν και κακοί άνθρωποι με άγρια ένστικτα που τους έφερναν εδώ σαν γορίλες. Εγώ έχω φάει μόνο κάτι μπάτσες, ήμουν γεροδεμένο παιδί και δεν μπορούσαν να με βαρέσουν. Μια μέρα ένας κοινοτάρχης (υπεύθυνος) ξεχώρισε ένα παιδί, τον έδεσε από τα χέρια σε εκείνη τη μουριά και μας έβαλε έναν- έναν να περνάμε μπροστά του και να τον φτύνουμε, γιατί «δεν ήταν καλό παιδί». Όταν ήρθε η σειρά μου, έφτυσα τον κοινοτάρχη- έβγαλε την βέργα να με χτυπήσει, την έπιασα και την έσπασα, πήγε να με χτυπήσει και τον κλώτσησα, «πιαστήκαμε» και τον έστειλα στο νοσοκομείο. Ήταν ένας τύπος σαδιστής, στους «απ’ έξω» φαινόταν η καλή «βιτρίνα» της Παιδόπολης, οι παλιοί τον ξέραμε όμως. Την επόμενη μέρα μεταφέρθηκα στην Παιδόπολη της Βέροιας... Όποιο παιδάκι της Παιδόπολης να βρεις τώρα, γέρο σαν κι εμένα, θα σου πει ότι το ξύλο φοβήθηκε εδώ. Κάποια παιδιά φάγανε πολύ ξύλο, με τη σανίδα, από ακατάλληλους παιδαγωγούς- άτομα άρρωστα που εκτονώνονταν με όποιον έβαζαν στο μάτι. Αλλά ήταν μειοψηφία, οι άλλοι δάσκαλοι και υπάλληλοι όταν έβλεπαν βία, έμπαιναν στη μέση και τους σταμάταγαν. Οι περισσότεροι μας αγαπούσαν, κάποιοι δάσκαλοι μας στέκονταν σαν πατεράδες μας.
Οι υπάλληλοι της Παιδόπολης ήταν όλοι δεξιών πολιτικών φρονημάτων;
Οπωσδήποτε. Πολλοί, «βασιλικότεροι του βασιλέως», όπως έγιναν και πολλά παιδιά που πέρασαν από ‘δω.
Ζητώ από τον κ. Κώστα να περιγράψει τον τρόπο οργάνωσης της Παιδόπολης και την καθημερινότητα των παιδιών. «Ήταν πολύ οργανωμένα όλα», απαντάει. «Ήμασταν μια κοινότητα που λειτουργούσε αυτόνομα, είχαμε χοιροστάσιο και λαχανόκηπο, ράφτρες και πλύντρες για τα ρούχα μας, είχαμε θέατρο, εκκλησία, γήπεδο. Τα παιδιά ήμασταν χωρισμένα σε 12 ομάδες των 44 ατόμων, ανάλογα με την ηλικία μας. Επικεφαλής κάθε ομάδας ήταν μια γυναίκα, η «μάνα» μας. Κοριτσάκια 18- 19 χρονών ήτανε, όλες ανύπαντρες- όταν παντρευόντουσαν, απολύονταν. Μερικές γινότανε κακιές αναγκαστικά, τους επέβαλλαν να κρατάνε τη βίτσα... Άντρας ήταν ο κοινοτάρχης, που είχε 4 ομάδες υπό την εποπτεία του. Αλλά κάθε Παιδόπολη ελεγχόταν από τις Εντεταλμένες Κυρίες της Βασιλίσσης- ήταν γυναίκες της μεγαλοαστικής τάξης, εθελόντριες όλες. Καθεμιά τους είχε υπό τον έλεγχό της δυο Παιδοπόλεις- σε εμάς ήταν υπεύθυνη η Αμαλία Λυκουρέζου, μια πολύ σπουδαία γυναίκα».
«Ξυπνούσαμε στις 6 το πρωί, στρώναμε τις κουκέτες μας- να δεις κρεβάτι στρωμένο από παιδοπολίτη... Ούτε στο στρατό τόσο άψογα. Σάκα μπλε πάνινη στον ώμο, πρωινό, προσευχή και έπαρση σημαίας σε σχηματισμό σαν π. Και συχνά αντικομμουνιστική θεωρία, ερχόταν «ειδικός» να μας μιλήσει. Ήθελαν να μας κάνουν εθνικιστές, αυτοί βέβαια έλεγαν «Έλληνες»».
Ο κ. Κώστας περιγράφει μια ατμόσφαιρα που αναδύει βαριά εθνικοφροσύνη, την ομάδα με τα νήπια και τα παιδιά μέχρι 6 ετών μου λέει ότι την αποκαλούσαν «Ιερό Λόχο»...
«Και μετά σχολείο, κανονικά. Το απόγευμα τα μεγάλα παιδιά πήγαιναν στα συνεργεία- αρτοποιείο, ξυλουργείο αλλά και υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι, τσαγκάρηδες και κηπουροί, σε έξι επαγγέλματα μαθητεύαμε και για δυο χρόνια μετακινούμασταν κάθε μήνα από εργαστήριο σε εργαστήριο μέχρι να καταλήξουμε. Ήταν ένα (περίπου) σωστό σύστημα, σχολείο, όχι γκέτο- ένα σύστημα κολεκτιβοποίησης, «κομμουνιστικό» που, ομως, δούλεψε εδώ, στην καρδιά της βασιλοφροσύνης και του εθνικισμού, καλύτερα από ότι στο εξωτερικό...»
Εσωτερικό κοιτώνα
Η ψυχολογική κατάσταση των παιδιών;
Κάποια στιγμή ερχόταν ο καιρός να σκεφτείς. Και ήθελες να το σκάσεις, να φύγεις από ‘δω γιατί δεν άντεχες πλέον την ρουτίνα. Στην εφηβεία κυρίως μας την έδινε... Πολλά παιδιά το έσκαγαν. Κι εγώ το έκανα. Αλλά δεν ήξερα που να πάω. Περπάτησα πολλά χιλιόμετρα, ούτε θυμάμαι που κοιμήθηκα και την επόμενη μέρα επέστρεψα.
Τι σας ενοχλούσε περισσότερο εδώ;
Ο τρόπος που αναφέρονταν στους αριστερούς γονείς μας, «συμμορίτες» τους αποκαλούσαν- ο πατέρας μου ήταν αντάρτης έλεγα εγώ. Είχα τσακωθεί άσχημα με κάποιους δασκάλους, φώναζαν την αρχηγό, την «μάνα», με χάιδευε, προσπαθούσε να με πάρει με το καλό και να μας συμβιβάσει, αλλά εγώ επέμενα, ότι δεν θα ξαναπάω σχολείο με δάσκαλο που βρίζει τον νεκρό πατέρα μου. Κι αργότερα, όταν γίναμε αντράκια, μας πείραζε που στις αργίες έπρεπε να πηγαίνουμε στην πόλη συντεταγμένα και με τον ομαδάρχη μας, θέλαμε να βγαίνουμε από την Παιδόπολη σε παρέες. Αυτό το κατέκτησαν τα παιδιά μετά την μεταπολίτευση, όταν πια ήμουν υπάλληλος εδώ.
Eργαστήριο τσαγκάρηδων
Άλλαξε τότε η κατάσταση συνολικά;
Ναι, άλλη «ατμόσφαιρα», πιο χαλαρή. Λιγότερα παιδιά, λίγα ορφανά και τα περισσότερα από πολύτεκνες και άπορες οικογένειες, ή εγκαταλειμμένα, «αγνώστων στοιχείων». Θυμάμαι τα επώνυμα που τους έδιναν συχνά- Ζωίδης, Ζωητός, Υπαρκτός... Τα τελευταία παιδιά έφυγαν από την Παιδόπολη το ’89. Και το ’99 οι εγκαταστάσεις έκλεισαν- έβαλαν λουκέτο κι έναν φύλακα, όταν έληξε η σύμβασή του νέκρωσε το μέρος. Ευτυχώς στεγάστηκε εδώ το Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης. Τώρα το όνειρό μου είναι να δημιουργηθεί σ’ αυτόν τον όμορφο τόπο ένα διεθνές συνεδριακό κέντρο, θα αποτελούσε μοχλό ανάπτυξης για όλη την περιοχή.
Τελικά περάσατε καλά εδώ ;
Όπου παιδί, χαρά- τα παιδιά σκοτώνουν τη θλίψη. Και μεγαλύτερη θλίψη από αυτή του εμφυλίου δεν υπάρχει. Το μεγάλο κέρδος των παιδιών της Παιδόπολης είναι που σκοτώσαμε αυτή τη θλίψη.. Τώρα έχω παραγγείλει στα παιδιά μου όταν πεθάνω να με κάψουν και να ρίξουν τη στάχτη μου σ’ αυτή τη λίμνη.
Oμάδα ποδοσφαίρου, 1969
«Τα παιδιά που μετακινήθηκαν και «σώθηκαν» και «απήχθησαν». Σώθηκαν από τον πόλεμο, σιτίστηκαν καλύτερα από όσα έμειναν πίσω, πολλά μορφώθηκαν», μου λέει στην Αθήνα η Τασούλα Βερβενιώτη.
«Τα έχουν απαγάγει όμως, γιατί και τα δύο στρατόπεδα ήθελαν να τα εκπαιδεύσουν σύμφωνα με τα δικά τους πιστεύω, να τα εγκλωβίσουν στον δικό τους κόσμο. Βρέθηκαν τα παιδιά αυτά εγκλωβισμένα στη δίνη του ψυχροπολεμικού παιχνιδιού- αυτό καθόρισε τη ζωή τους».
Αλέξης Γαγλίας
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου