Tο μύνημα της ημέρας

. Η ποιότητα της ζωής σου εξαρτάται από την ποιότητα των σκέψεων σου.

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

«Μαμά…»





Γράφει η Γεώρα

Ο πόνος είναι περίεργος φίλος. Πολλές φορές μπορεί να πονάμε και να μένει μέσα μας αθόρυβα. Να κατοικεί εκεί περιστασιακά και να μην το καταλαβαίνουμε. Βλέπεις, εμείς οι άνθρωποι είμαστε πάρα πολύ καλοί ηθοποιοί. Πίσω από ένα χαμόγελο μπορούμε να κρύψουμε τον πόνο μας, τη θλίψη μας. Να πούμε πως όλα είναι καλά και να γελάσουμε. Να γελάσουμε με ένα πικρό χαμόγελο που μόνο όσοι μας γνωρίζουν καλά θα μπορούσαν να αναγνωρίσουν.


Να αναγνωρίσουν την άβυσσο στην οποία έχουμε πέσει μέσα και ζητάμε βοήθεια βουβά. Ένα χέρι σωτηρίας από το μαύρο που απλώνεται να μας κατασπαράξει.

Γελάς, λες…
«Είμαι καλά», λες…

Και σε ερωτήσεις με ουσία απλά εσύ δεν δίνεις σημασία. Τις προσπερνάς με μαεστρία.

Και μία μέρα ο πόνος έχει γίνει μόνιμος κάτοικος. Βαραίνει το στήθος σου, τον νιώθεις, δηλώνει παρών και φωνάζει. Σου καίει τα σωθικά, τα μάτια σου γίνονται υγρά, συγκρατείς τα δάκρυά σου με δυσκολία. Πρέπει να φανείς πάλι δυνατή. Όμως έχεις σπάσει.

Γιατί όμως τώρα; Δεν γίνεται τώρα να μάθουν όλοι την αλήθεια. Είσαι μπροστά σε κόσμο. Σφίγγεις τα δάχτυλα των χεριών σου, δαγκώνεις τα χείλη σου, παλεύεις με σένα πριν καταρρεύσεις…

Εκείνο το βλέμμα έφταιγε. Εκείνη η έκφραση τα πυροδότησε όλα. Εκείνο το
«Ελπίζω να σε δω να χαμογελάς αληθινά ξανά, να μην είναι μόνο μία καμπύλη στο πρόσωπό σου, μα να γελούν τα μάτια σου. Ελπίζω να ανθίσεις πάλι».

Αυτή η έκφραση έξω από το καφέ, σαν σφαίρα βρήκε ακριβώς την καρδιά. Δίχως προειδοποίηση, δίχως φόβο. Απλά σαν να ήθελε να πει πως βλέπω πως δεν είσαι καλά.

Τώρα τα μάτια σου καίνε. Αρχίζεις και βλέπεις θολά από τα δάκρυα που έχουν γεμίσει. Βρίσκεις τη δύναμη και μια δικαιολογία και φεύγεις. Η φωνή τρέμει, όπως και τα χέρια σου. Έχεις ταχυκαρδία, αλλά χαμογελάς.

Και εκεί, μπαίνοντας στο αμάξι, λυγίζεις. Κλαις με λυγμούς. Όσα κρατούσες μέσα σου σπάνε. Ο πόνος ανεβαίνει στον λαιμό σου και σε πνίγει.

Σου κόβεται η ανάσα από τους λυγμούς. Αλλά δεν μπορείς να σταματήσεις. Λυπάσαι εσένα. Λυπάσαι τη ζωή που έχεις. Λυπάσαι που φάνηκες δυνατή τόσο καιρό.

Καταρρέεις θριαμβευτικά.

Πόσος πόνος, πόση πίκρα τελικά φιλοξενούσαν αυτά τα ψεύτικα χαμόγελα. Πώς την αλήθεια τόσο περίτεχνα έκρυβαν. Πώς κατέληξες να ζεις με τόση δυστυχία. Πού πήγε η νιότη σου, η χαρά και τα όνειρά σου. Γιατί ο φόβος να κυριαρχεί σε κάθε βήμα σου.

Πέρασε μία ώρα και εσύ νιώθεις ακόμα πως έχεις πολλά να εξωτερικεύσεις. Σαν να μην έφτανε τόσο κλάμα. Σε κοιτάς στον καθρέφτη. Αναγνωρίζεις τη θλίψη σου. Την αλήθεια σου. Αναγνωρίζεις πως πρέπει να σωθείς.

Παίρνεις το τηλέφωνο και καλείς εκείνον τον άνθρωπο που είναι πιο κοντά σου. Που μπορεί να σε καταλάβει από τη σιωπή σου, αλλά θα σου δώσει τον χώρο και τον χρόνο σου μέχρι να είσαι έτοιμη να μιλήσεις.

Η κλήση πραγματοποιείται και, καθώς απαντάνε στο ακουστικό, ακούγεται μέσα στην ησυχία η φωνή σου να λέει:

«Μαμά…»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου