Tο μύνημα της ημέρας

. Όσο ψηλώνουμε εμείς μέσα μας, τόσο πιο θορυβώδης γίνεται η σκιά μας γι’ αυτούς που αρνούνται να μετακινηθούν.

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

Αναμνήσεις απο τα παλαιά. (Πραγματικές ιστορίες από χωριά της Ηπείρου).

 

 Γράφει ο Γιώργος Γιαννάκης

Κάθομαι καμιά φορά και γυρνάω τον χρόνο πίσω στα παιδικά μου χρόνια εκεί στην αετοφωλιά της Πίνδου, το χωριό μου στην δεκαετία του εξήντα. Εκεί η στέρηση και η φτώχεια δεν έλεγαν να μας αφήσουν. Ρεύμα που τέτοια τύχη, το αυτοκίνητο μόνο στην πόλη, τα γεννίματα πολύ λιγοστά, τα ζωντανά και οι τσοπαναραίοι στα χειμαδιά και τα μπουλούκια μαστόρων στα καμποχώρια

Μόναν ξεχωριστό τόνο ζωής. Πάντοτε με ένα όνειρο, τι θα κάνουμε .όταν μεγαλώσουμε, να ξενιτευτούμε και να πάμε στην πρωτεύουσα, μα εκεί δεν είναι όλα ρόδινα.

 Φταίει και εκείνος ο δάσκαλος με το σκετς που μας έβαλε [οι Ηπειρώτες στην Αθήνα].Αφού ήταν να καλή ώρα μια παρέα σαν και εμάς κατεβήκαμε στνο εμείς τα παιδάκια που με τις φωνές  και με τα τραγούδια μας δίναμε έην Αθήνα για δουλειά, έλα που τα βρήκαμε σκούρα.

Μπατίρια πήγαμε να φάμε σε μια ταβέρνα, γυρνάμε τις τσέπες ανάποδα ούτε δεκάρα τσακιστή. Γυρνάει ο πιο έξυπνος της παρέας και λέει: παιδιά το βρήκα, θα έρθει το γκαρσόνι και θα σκοτωθούμε ποιος θα πληρώσει. Εγώ θα πω παιδιά ένα λεπτό το βρήκα, θα δέσουμε τα μάτια στο γκαρσόνι και όποιον βρει αυτός θα πληρώσει. Την κοπανάμε, έτσι και έγινε και άμα μας ξαναδεί γράψτε μου.

Τι λέει ρε, να καταντήσουμε έτσι καλύτερα στο χωριό και να σκάβω με δύο κασμάδες. Ήρθε ο καιρός του θεριστή, ο δάσκαλος μας έδωκε τα απολυτήρια. Εμένα με φώναξε στο γραφείο και μου λέει, Γάκο σου έβαλα εννέα κάνεις για δέκα αλλά μην σε ζορίσουν στις εξετάσεις.[Τότε δίναμε εξετάσεις γα το Γυμνάσιο ]

Ναι δάσκαλε καλά το σκέφτηκες αλλά η κοιλιά παίζει ντερντηλίνα, που λεφτά για Γυμνάσιο, με βλέπω με τίποτα μανάρια να τα σαλαγάω πάνω στην Κρούκια.

Αχ τι να πρωτοθυμηθώ, η θεία Βασίλω μες το κάμα θέριζε: «τι να κάνω μωρέ Γάκο ούτε δέκα καρβέλια ψωμί δεν βγάζω από αυτό το παλιοχώραφο.» Περνώντας το απόγευμα από μια κοματσιούλα κήπο που πήγα να ποτίσω εκεί στα βρυσερά ακούω τον μπάρπα Κίτσο που έβριζε την τύχη του αφού είχε ρουφήξει μερικά τσιπουράκια το έριξε στο τραγούδι.

Ήλιε μ’ γιατί μας άργησες και αργείς να βασιλέψεις

σε καταργιέται η εργατιά και οι ξενοδουλευτάδες

Ωρέ τραγουδάω γιατί θα σκάσω, βλέπεις αυτοί οι κατεργαραίοι οι πολιτικοί δεν κανονίζουν τίποτα με τους παππάδες. Ωρέ αυτά τα βακούφκα τις περιουσίες τι να της κάνει να της δώσει στους φτωχούς, ο θεός δε θέλει λεφτά, ωρέ αμ και τα άλλα…… ο μπάρμπας πήρε φόρα και δεν σταματάει Ξαπλωμένος όπως είναι μουτζώνει με χέρια και ποδάρια πάνω στον ουρανό.  Να κερατάδες μόνο τον ψήφο χαλεύετε.

Ο μαύρο Καταραχιάς έπεσε από τη συκιά, σακατεύτηκε, τον πήραν με την σκάλα να τον παν στα Γιάννενα, μέχρι να φτάσουν στους Κλαζιάδες πέθανε ο άνθρωπος.

Ο άλλος με το χιλιάρικο και με το Ευαγγέλιο ξεγελάει τσ βάβες και παίρνει τον ψήφο. [ κόλπο, άμα με ψηφίσεις πάρε το χιλιάρικο βάλε το χέρι στο ευαγγέλιο ].

Ο άλλος: Κραψίτες ,την κάπα και την γκλίτσα να κρεμάσω θα με ψηφίσετε είμαστε αδέρφια, το αίμα νερό δεν γίνεται (και ας ήταν από τα Τρίκαλα). Κακιά αστραπή να τους βαρέσει, κάναν ωρέ έναν δρόμο, ένα γυμνάσιο σε ένα κεφαλοχώρι;
Έρχεται ο κάθε κερατάς μας κοροϊδεύει, τζάμπα γάλατα, κρέας και φτηνό μεροκάματο στην πόλη. Αλλά και άλλος ο θεομπαίχτης που αράζει τις μπουλντόζες πέρα εκεί στο Γερακάρι και σου λέει, άμα θέλεις δρόμο δώσ’ μου τον ψήφο, (άρε χαλασιάς Κουφογιάννη. Για αυτό σου λέω παιδάκι μου όλοι τα ίδια κουμάσια είναι γι’ αυτό σου λέω φεύγα, φεύγα και άμα φτάσεις στο Ντρίσκο χαιρέταμε από μακριά

Έτσι πολλοί χαιρετήσαμε από μακριά και έμεινε το δόλιο το χωριό ορφανό

[ μοιρολογάει ο πλάτανος και κλαίει η κρύα βρύση

παππάς πάει στην εκκλησιά μόνος να λειτουργήσει

βαρέλα μένει αδειανή και ποιός να την γεμίσει

η κόρη που την ζάλωνε πάει δεν θα γυρίσει


Γιώργος Γιαννάκης

Απόδημος Κραψίτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου