Δεν ξέρω από πού ν’ αρχίσω, αλλά θα προσπαθήσω να το βάλω σε μια τάξη, όπως το έζησα. Ήταν μια τελείως συνηθισμένη Κυριακή, τέλη Νοέμβρη, κι εγώ σέρνομουν με τον καφέ από δωμάτιο σε δωμάτιο στο παλιό διαμέρισμα της γιαγιάς που μένω τα τελευταία χρόνια. Ήσυχη πολυκατοικία στα Πατήσια, μικρές κουβέντες στους διαδρόμους, τίποτα παράξενο.
Εκείνο το πρωί, παρατήρησα πρώτη φορά ότι το ραδιόφωνο στο παλιό ράφι της κουζίνας έδειχνε λανθασμένη ώρα, πέντε λεπτά πίσω. Το έβαλα, κάτι παράσιτα, σκέφτηκα δεν πιάνει καλά την ΕΡΤ, το έκλεισα. Η πόρτα του διαδρόμου προς το λουτρό δεν έσπρωχνε — δεν κλείδωνε ποτέ κανονικά — αλλά μες στη μέρα, άκουγα “γκδουπ”, σαν κάθε τόσο κάποιος να την ακουμπάει απαλά.
Είχε βροχή απ’ το πρωί, ψηλή, μελαγχολική, αυτή που κολλάει τα φύλλα στα πλακάκια του πεζοδρομίου. Γύρω στις τρεις, πήρα τηλέφωνο να πω στη μάνα μου πως όλα καλά, να μην ανησυχεί, κι έπιασα να μαγειρέψω φακές. Από τη μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα ακουγόταν μια σειρήνα κάθε τόσο, τίποτα περίεργο για Αθήνα. Αυτό που δεν τολμούσα να πω ήταν πως για λίγη ώρα, νομίζω άκουσα και κάτι σε μουσική, ψιθυρίσματα ίσως απ’ το απέναντι διαμέρισμα. Ήταν κλειστό το διαμέρισμα, όμως. Το ήξερα — η κυρία που έμενε εκεί είχε φύγει στη Γαλλία το καλοκαίρι.
Στο σαλόνι είχε μισοσκόταδο, βαριά χαμηλωμένα ρολά. Ο καναπές μύριζε ακόμα τη ναφθαλίνη της γιαγιάς και κάθε λίγο αναγκαζόμουν να βάζω τις κουβέρτες στον ήλιο, μήπως φύγει η μυρωδιά. Η ώρα πήγε πέντε κι έκατσα με το βιβλίο μου, αλλά ακούστηκε ξανά ένα “γκδουπ” απ’ τον διάδρομο. Έκλεισα το φως να κοιτάξω μήπως ήταν ρεύμα που χτυπούσε την πόρτα — αλλά δεν είχε ανοιχτό παράθυρο ούτε τίποτα.
Ο σκύλος του κάτω ορόφου άρχισε να κλαίει. Σπάνιο για τέτοιο σκύλο — γέρικο λυκόσκυλο, ποτέ δεν ακούμπαγε ή φώναζε κανέναν. Κάτι μ’ έσφιξε στο στομάχι. Λένε, τα ζώα νιώθουν πιο πριν.
Έκατσα λίγο στον διάδρομο σιωπηλός – εκεί που, αν άκουγες τίποτα, δε θα μπορούσες να πεις αν ήταν στις σωληνώσεις ή πίσω απ’ τον τοίχο. Τα φώτα τρεμόπαιξαν — ποτέ δεν κατάφερα να καταλάβω αν φταίει το παλιό ηλεκτρικό δίκτυο ή κάτι άλλο.
Στις έξι και μισή ακούστηκε ένα βήξιμο. Πνιχτό, βραχνό, πολύ κοντά στη σκάλα, αμέσως έξω απ’ την πόρτα μου. Ξεχώριζα τα πατήματα: κάποιος ανέβηκε τρεις-τέσσερις σκάλες, σταμάτησε για δευτερόλεπτα. Εγώ με το αυτί στην πόρτα, κρατούσα το χερούλι χωρίς να το συνειδητοποιώ. Πέρασαν τρία λεπτά — τίποτα. Μόνο το βράσιμο της κουζίνας από τις φακές.
Το σκοτάδι έπεφτε νωρίς εκείνες τις μέρες. Τραβώντας τις κουρτίνες προς τις εφτά, έριξα μια ματιά κάτω, στον ακάλυπτο: κάποιες γάτες μισοκρυμμένες, κάδος χυμένος δίπλα στα κάγκελα όπως πάντα. Ξαφνικά η μπαλκονόπορτα χτύπησε ελαφρά σαν να τράβηξε ο άνεμος την κουρτίνα. Ξέρω ότι ήταν κλειστή. Το ‘ξερα, γιατί την είχα ψάξει πριν λίγο να δω αν μπαίνει το ψύχος. Βγήκα στο μπαλκόνι ένα λεπτό. Δεν ανασαίνει ψυχή. Κι όμως, ένιωθα πως κάποιος με κοιτάει από το διαμέρισμα απέναντι, εκείνο το ακατοίκητο. Δεν υπάρχει φως, μα νιώθεις το βλέμμα, το ξέρετε αυτό το συναίσθημα.
Επιστροφή κουζίνα. Φακές ξεχασμένες. Άνοιξα το κινητό. Κάθε μήνυμα έφτανε με καθυστέρηση. Άκουσα κάτι σαν μικρό μεταλλικό τρίξιμο στο χώρο — λες και κάποιος χάιδευε το παλιό μεταλλικό κουζινάκι πίσω απ’ τη φούρντα. Δεν πήγα να κοιτάξω. Απλά ένιωθα πως ό,τι ήταν, ήθελε να ξέρω ότι είναι εκεί.
Η ώρα πήγε εννιά. Στο ράφι της τηλεόρασης τόσος καιρός υπάρχει μια παλιά φωτογραφία της γιαγιάς με τον παππού, ασπρόμαυρη, με το καφέ πλαστικό κορνιζάκι. Όποιος μένει καιρό με τέτοια αντικείμενα μαθαίνει ακριβώς πού τα αφήνει. Εκείνο το βράδυ η φωτογραφία ήταν κοιτάει προς το πλάι, τη μεγάλη πόρτα – όχι ευθεία, όπως πάντα. Ένιωσα παγωμένη την πλάτη μου, το λέω αλήθεια. Έβαλα το δάχτυλο στην κορνίζα, την έστρεψα πίσω στη θέση της κι έκλεισα τα φώτα στις εννιάμιση, να κοιμηθώ με βιασύνη. Έσφιγγα το σεντόνι και περίμενα μόνο το ξημέρωμα.
Γύρω στα μεσάνυχτα, με ξύπνησε ένας παράξενος ήχος. Όχι δυνατός. Κάτι σαν βιαστικός ψίθυρος και ένα παρατεταμένο “χχχχ” κάτω χαμηλά, στον διάδρομο. Δεν έβλεπα τίποτα, η νύχτα σκοτεινή, μόνο τα μικρά φώτα του δρόμου περνούσαν απ’ τις γρίλιες. Κάθησα στο κρεβάτι, προσπάθησα να ακούσω καλύτερα. Ο ήχος σταμάτησε για λίγο, μετά άρχισε το ίδιο μεταλλικό τρίξιμο.
Άρχισα να ιδρώνω. Το σπίτι ήταν παγωμένο, κι εγώ αισθανόμουν ασφυκτικά. Πήγα κουζίνα, λίγο νερό. Όλο κοιτούσα προς τον καθρέφτη του διαδρόμου – κάτι στο τζάμι, η αντανάκλαση του σκότους, ήταν αλλόκοτη. Είχα την εντύπωση πως έβλεπα σκιά, χαμηλά, δίπλα στο πάτωμα. Ταυτόχρονα, ένα ρεύμα αέρα — μα τίποτα δεν ήταν ανοιχτό.
Ίσως τότε να έπρεπε να φύγω. Δεν το έκανα. Έκατσα στην καρέκλα ώσπου ξημέρωσε. Το επόμενο βράδυ, η φωτογραφία πάλι κουνημένη προς το διάδρομο. Κάθε μέρα από τότε, την ξανατσεκάρω. Και πάλι κάτι στην ατμόσφαιρα, κάτι σαν σκιά ή χαμηλό ψιθύρισμα όταν πίνω καφέ στο ημίφως.
Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ το ίδιο εκείνο το μέρος.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου