Πέρα από τη φασαρία των μεγαλουπόλεων, μακριά από τη φαντασμαγορία και τα πυροτεχνήματα, τόσο κοντά και συνάμα τόσο μακριά μας, οι ημέρες των εορτών και η Πρωτοχρονιά γιορτάζονται στα μικρά χωριά της πατρίδας μας με έναν διαφορετικό τρόπο, λιτό και αυθεντικό, και συνάμα γοητευτικό και σπάνιο…
Χωριά σβησμένα από τον χάρτη, εγκλωβισμένα στα βουνά, καλά κρυμμένα στα δάση ή σε κλειστούς παραθαλάσσιους όρμους, γιορτάζουν την αλλαγή του χρόνου με έναν τρόπο διαφορετικό από τον συνηθισμένο, πιο ανθρώπινο και ζεστό, που ανταποκρίνεται επακριβώς στις θνητές μας απαιτήσεις, απαλλαγμένος από οποιαδήποτε υπερβολή και ασωτία. Είναι εκεί που ο φούρνος ανάβει από τα χαράματα και κάθε λογής νοστιμιά ετοιμάζεται για ψήσιμο.
Ζυμωτό φρέσκο ψωμί, κρέατα ντόπια και κουραμπιέδες άφθονοι φουρνίζονται με τρόπο παραδοσιακό, και αποκτούν μια άλλη γεύση, απροσδιόριστη, που ικανοποιεί ακόμη και τους πιο περίεργους και απαιτητικούς ουρανίσκους. Μεταξύ άλλων, γλυκά του κουταλιού, σπιτικά λικέρ, φρούτα και λαχανικά βιολογικής παραγωγής, συνθέτουν ένα πολύχρωμο και αρωματικό σπίτι, με μυρωδιές έντονες και μεθυστικές, που χορταίνουν τα μάτια και αφρατεύουν την ψυχή.
Εκτός όμως από το πλούσιο φαγητό, ιδιαίτερη είναι και η ιδιοσυγκρασία των ανθρώπων. Κιμπάρηδες και μεγαλόκαρδοι, ευγενικοί και χωρατατζήδες, που χαίρονται αληθινά τις μέρες αυτές και βιώνουν τις στιγμές στο κόκκινο. Οι άντρες παίζουν χαρτιά στο καφενείο και συζητούν ώρες ατελείωτες, ενώ οι γυναίκες μαζεύονται στα σαλόνια, και στήνουν κουβέντες δίπλα στο τζάκι, έχοντας έναν ελληνικό για συντροφιά. Ο καθένας βρίσκεται στο πόστο του και κανείς δεν παραπονιέται. Όλοι είναι μαζί και αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες συντροφικά, μακριά από τον ωφελιμισμό και την ιδιοτέλεια. Ιδιαίτερη μάλιστα είναι η στιγμή που ο ταχυδρόμος φέρνει τους μισθούς στο καφενείο.
Η ανυπομονησία εκδηλώνεται με ένα πλατύ χαμόγελο, και με μία ανεξήγητη υπερκινητικότητα. Όλοι βιάζονται και αγωνιούν, αλλά μόνο μέχρι να πάρουν το παραδάκι που τους αναλογεί. Και έπειτα, το πάνε σπίτι με χαρά και αισθάνονται πλέον ανάλαφροι και δικαιωμένοι, με τα βουρκωμένα μάτια τους να μαρτυρούν την ψυχή τους. Οι κόποι των προηγούμενων χρόνων απέφεραν καρπούς, και τώρα δικαιούνται να τους απολαύσουν.
Τις μέρες αυτές, ακόμη, ανασταίνονται περασμένες στιγμές του παρελθόντος και παίρνουν πνοή μέσα από τις διηγήσεις των παππούδων στα μικρά παιδιά. Κατά κάποιο μαγικό τρόπο, τότε ξανανιώνουν και θυμούνται λεπτομερώς αλλοτινές καταστάσεις και γεγονότα, ευτράπελα και μη, που έχουν διδακτικό χαρακτήρα, ενώ συγχρόνως τέρπουν. Μέσα λοιπόν από τις σπίθες της φωτιάς ξεπηδούν και οι μνήμες του χθες, βάζοντας φωτιά στα συναισθήματα και τις εκφράσεις. Πολλές φορές μπορεί να πειραχτεί και κάποια πληγή. Ωστόσο, αυτός ο πόνος δεν καταβάλλει τους ανθρώπους, αλλά τους κάνει πιο δυνατούς και επιβεβαιώνει τη ζωντάνια τους. Και βλέποντας τα όσα πέρασαν, αισθάνονται τυχεροί και ευλογημένοι για τη μέχρι τότε έκβασή τους, και κάνουν το σταυρό τους, κοιτώντας το εικονοστάσι στον τοίχο, για να ευχαριστήσουν τους Αγίους τους. Ταπεινοί και συνεσταλμένοι, που σε μαγεύουν με την ηρεμία και την διακριτικότητά τους…
Και έπειτα, ο χρόνος αλλάζει, με την κοπή της βασιλόπιτας να επισημοποιεί το γεγονός. Φιλιά και αγκαλιές σκορπίζονται παντού και οι ευχές βγαίνουν από την καρδιά, γεμάτες ειλικρίνεια και αγάπη. Όποιος κερδίσει το φλουρί βέβαια, είναι ο τυχερός της χρονιάς, και ένας μικρός μπουλαμάς χρυσώνει τον δρόμο του. Κάπως έτσι λοιπόν, εδώ και χρόνια, αυτοί οι άνθρωποι υποδέχονται κάθε νέο έτος μέσα σε ένα κλίμα χαράς και αισιοδοξίας, ξεχνώντας για λίγο τις δυσκολίες και τα προβλήματα της καθημερινότητας και προτάσσοντας τις επιθυμίες και τις ευχές τους, μέσα σε ένα απατηλό ενύπνιο της ζωής, διεκδικώντας το ανώτατο δικαίωμα όλων, αυτό της ελπίδας.
https://fanpage.gr
Αναρτήθηκε από ROMIANEWS στις 2:00 μ.μ. 0 σχόλια
Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείουBlogThis!Κοινοποίηση στο XΜοιραστείτε το στο FacebookΚοινοποίηση στο Pinterest
Ποια tablets και ποιες κονσόλες; Αυτά ήταν τα δώρα μας τότε.

Όταν εγώ ήμουν παιδί, η οικογένειά μας ήταν πολλή μεγάλη. Παππούδες θείοι θείες παιδιά. Μέναμε σε δυο σπίτια στην Παραμυθιά, το δικό μας και του παππού μας, με το περβόλι τον παράδεισό μας. Γιατί εμείς ένα σπίτι γνωρίζαμε για σπίτι μας, το σπίτι του παππού μας τον μικρό μας παράδεισο. Εκεί μέναμε εμείς, στου παππού μας. Mας φώναζε η μάνα μας πως κουράζουμε την γιαγιά, μα εμείς στο πρόσωπο της γιαγιάς μας βλέπαμε την αγάπη τη στοργή. Ο πατέρας ήθελε να μένουμε και στο δικό μας, ήθελε να έχει την επίβλεψή μας, έτσι μέναμε όπου θέλαμε και το είχαμε δίπορτο. Κρεβάτια είχαν για μας και οι παππούδες μας, ξύλινα τρίποδα, από πάνω σανίδες και με στρώμα από τζάφκες καλαμποκιών.
Με τον ερχομό των εορτών της Αγίας Βαρβάρας και του Αγίου Νικολάου μπαίνουμε στην προετοιμασία για τις γιορτές των Χριστουγέννων και τις Πρωτοχρονιάς. Εμείς τότε μήτε δένδρο μήτε καράβι κάναμε. Απλώς αλλάζαμε τα κιλίμια, τις μπάντες και βγάζαμε τα καλά μας τραπεζομάντιλα, πετσετάκια για τα γλυκά και ότι καλό είχαμε. Οι κουρελούδες πλένονταν ξανά για να λάμπουν στη σκάλα και να κρατάν το χώμα όταν μπαίναμε μέσα, σαν τα αγρίμια.
-Θέλουμε δένδρο είπαμε μια μέρα.
-Γιατί δεν έχετε δένδρα;
-Όχι τέτοια, θέλουμε χριστουγεννιάτικο..
-Και όλα αυτά που τριγυρίζουν το σπίτι τι είναι, τα Χριστούγεννα φεύγουν δεν είναι εδώ;;
-Δένδρα είναι, μα εμείς θέλουμε από το άλλο το χριστουγεννιάτικο..
-Βρε δεν υπάρχουν δένδρα μιας μέρας.
-Μη μας κοροϊδεύετε θέλουμε έλατο.
-Ούτε έλατο ούτε πεύκο. Κουμαριές θέλετε; Μυρτιές θέλετε;
-Άλλα παιδιά θα βάλουν, τις κουμαριές και τις μυρτιές τις βάζουν οι θείες στα βάζα, αυτά δεν είναι δένδρο, εμείς θέλουμε δένδρο..
-Κάποια θα βγούνε έξω ξεβράκωτα θα βγείτε και σεις;
-Μα!! αυτοί οι μεγάλοι όλο βρίσκουν σοφά να λένε..
-Δένδρο δεν έχει. Βοηθάτε τη μαμά και τη γιαγιά να κάνουν ωραία νηστίσιμα κουλουράκια και μελομακάρονα, κάντε όμορφες χαρτοπλεκτικές ή ότι θέλετε να κάνουμε γιορτινή τη σκάλα μας.
Ήταν τελεσίδικο.
Τα δώρα τα γνωρίζαμε, μια μπάλα για τα αγόρια, μια κούκλα Αμαλία για μένα. Παπούτσια θα έπαιρναν μόνο σε όποιον είχε ανάγκη ή του είχαν παλιώσει τα καλά του παπούτσια ή δεν του έκαναν. Τα παπούτσια που ήταν καλά και δεν έκαναν στο Δημήτρη, τα έπαιρνε ο Φάνης και του Φάνη ο Χρήστος και του Χρήστου ο Παύλος και αν δεν έκαναν σε κανέναν μας, σε κάποιο φιλο μας. Εκείνη τη χρονιά τα ρούχα μας, μας τα είχε ράψει η μαμά με τη θεία μας που ήταν καθηγήτρια μοντελίστα ραπτικής κοπτικής, είχε σπουδάσει σε σχολή στην Αθήνα έτσι τη λέγανε οι μαθήτριές της. Στα αδέλφια μου έραψαν, παντελόνια από μαύρο βελούδο, και σε μένα ένα σιφόν πράσινο γυαλιστερό τι να σας πω, το φόραγα στις πρόβες και μου άρεσε πολύ πολύ.
Εμείς όμως είμαστε σκανιασμένα. Θέλαμε δένδρο. Είχε ένα στολισμένο το περιοδικό «ΘΗΣΑΥΡΟΣ». Σαν αυτό θέλαμε μπαμπά σαν αυτό θέλουμε μπαμπά. Καλά τα ρούχα, καλά τα παπούτσια, αλλά εμείς θέλαμε το δένδρο. Η μάνα μας, αγριοκοίταζε τον πατέρα μας που έφερνε στο σπίτι αυτή τη χοντρή με έναν μεθύστακα, αυτό δεν ήταν σοβαρό βιβλίο. Η μάνα μας δεν διάβαζε ούτε σοβαρά βιβλία, ούτε εφημερίδες, ούτε τίποτε, και αν της έφερνε κανένα εργόχειρο ο μπαμπάς, της το εξηγούσε η θεία μου η Αθηνά. Μπορούσε να διαβάζει μα το θεωρούσε περιττό. Η μάνα μας όλο γκρίνιαζε για τις εφημερίδες και τα περιοδικά.
Δένδρο είπε ο πατέρας δεν έχει. Μας έφεραν ένα καλάθι, μια σπόρτα με λευτόκαρα να παίζουμε γούρνες ή μονά ζυγά. Ήμουν τότε δέκα χρονών. Ήθελα μια καλή κούκλα, όχι όλο την ίδια Αμαλία με διαφορετικό χρώμα ρούχα. Ήθελα μια κούκλα μωρό να ανοίγει τα μάτια του και να τα κλείνει. Τα δώρα μας όμως τα γνωρίζαμε. Ζητάγαμε εμείς, μα μας έπαιρναν ότι ήθελαν και όχι ότι ζητάγαμε.
Μια μέρα ήταν νομίζω δέκα οχτώ του μήνα όταν ο πατέρας μας μας έφερε εκτός από το καθημερινό λουκούμι και κάτι πολύ όμορφα κουτιά.
- Ελάτε όλοι εδώ αμέσως ο μπαμπάς έχει κάτι για σας.
- Δένδρο;
-Για δες καλά παιδί μου, σε αυτά τα κουτάκια χωράνε δένδρα.
Τι να πω. μπαμπά δεν φόραγα τα γυαλιά μου. Είχα μυωπία και αστιγματισμός και έχω ακόμη, και να με φωνάζουν κάποια παιδιά γκαβή ε γκαβή. Και γω να καμαρώνω με τη στραβωμάρα μου, αφού θα γίνω σοφή. .Όλοι οι σοφοί φοράν γυαλιά. Αυτό μου είπαν, αυτό πίστευα. Γέλασαν οι άλλοι, μα δεν με ένοιαζε, ο παππούς με είχε αγκαλιά. Μη γελάτε εσείς που διαβάζετε τούτες τις γραμμές, παππούς μου ήταν και γω ας ήμουν δέκα χρονών μικρή, καθόμουν στην αγκαλιά του, εγώ ήμουν μικρή, όταν ήμουν με τον παππούλη μου ήμουν μικρή.
Αφού κάθησαν και τα μικρά ο πατέρας άνοιξε ένα κουτί. Μέσα είχε ένα πιατάκι μαύρο με ένα τόξο ζωγραφιστό, και μια μύτη, που πάνω είχε ένα δίσκο άσπρο με μπλε και κόκκινους αριθμούς και γράμματα. Αυτόν τον δίσκο τον γύρισε ο πατέρας και όταν σταμάτησε, κοιτάγαμαν που έδειχνε το τόξο. Εκεί έλεγε, πάρε ένα, βάλε ένα, πάρε δύο, δύο βάλε δύο, πάρτα όλα. Αυτό θα το προσέχει η Αλεξάνδρα που είναι μεγάλη θα παίξουμε όλοι μαζί την πρωτοχρονιά. Το έβαλε στο κουτάκι και μετά έβγαλε δυο σβούρες εξάγωνες που πάνω έγραφαν τα ίδια.
- Η μια είναι για τα αγόρια και η άλλη για τους φίλους σας.
- Και αφού θα σας πω, είπε ο πατέρας, πως φέτος ο Άγιος Βασίλη, κοίταξε τον παππού, αποφάσισε να σας φέρει και ένα δένδρο.
- Ναι, ναι, μπράβο μπαμπά, μπράβο μπαμπά.
- Μπράβο μπαμπά φωνάζαμε τον παππού μας φιλάγαμε, αυτός ήταν ο Αγιος Βασίλης μας.
-Να ποιος τα χαλάει, να ποιος τα χαλάει, έλεγε η μάνα μας και πάντα κοίταγε εμένα.Η μάνα μας, πάντα πίστευε πως κάποιος μας χαλάει. Όχι να το παινευτώ μα δεν είμαστε κανένα χαλασμένο, μια χαρά παιδιά-γέροι είμαστε. Το δέντρο μας θα είναι σε ντενεκέ είπε ο πατέρας. Θα το φροντίζετε κι όταν μεγαλώσει πολύ θα το βάλουμε στον κήπο της Αλεξάνδρας, να κάνουμε τις γρεντές του σπιτιού της. Μετά έβαλε το κουτάκι το κλειστό ψηλά ενώ εμείς χοροπηδούσαμε, θα έχουμε δένδρο θα έχουμε δένδρο. Μας έδωσαν χαρτιά κερομπογιές, να κάνουμε στολίδια. Να μας ξεφορτωθούν. Εγώ προσπαθούσα να κάνω πράγματα, μα τα αγόρια έπαιζαν έξω ή και μέσα. Βλέπεις δεν κάνει πολύ κρύο στην Παραμυθιά.
Απο κείνη την ώρα έπεσε στο σπίτι μουγκαμάρα, εγώ με τα χαρτιά, τα παιδιά με το πάρτα όλα το ξεχάσαμε το δένδρο. Μετά αν μας μάλωνε η μάνα μας εμείς πάλι τα ίδια. Εγώ έκανα με χαρτιά κόκκινα φιόγκους και διάφορες χειροτεχνίες μα δεν ήθελα να κάνω μόνη μου δουλειές, ήθελα να παίξω και γω πάρτα όλα μα ήμουν κορίτσι. Τα αγόρια έστρωναν μια κουρελού και κάθονταν κοντά στο τζάκι παίζοντας πάρτα όλα ή έβγαιναν στην αυλή μας.
Έρχονταν και τα ξαδέρφια μας που ήταν όλο αγόρια και ήθελα κα γω να παίζω, μα δεν με θέλανε γιατί ήμουνα κορίτσι, και να κάνω κοριτσίστικα πράγματα, να μην είμαι με τα αγόρια. δεν είναι κορίτσι αυτό έλεγε η μάνα μου.
Είσαι μεγάλη πια, μου έλεγε η μάνα μου, Βασίλη αυτή την θα την κάνουμε τι θα γίνει αύριο χωρίς εμάς; Αυτό θα πει δεν θα την πάρει κανένας και θα μείνει στο ράφι.
Μικρή είναι νυφούλα μου έλεγε η γιαγιά μου και έτσι τη γλύτωνα.
Το δέντρο ήρθε τρεις μέρες πριν τα Χριστούγεννα. Η θεία μας με ένα παλιό φουστάνι μου του έκανε ντύσιμο να μη φαίνεται ο ντενεκές. Ο πατέρας έφερε κάτι αγγελάκια και λουλούδια πολύ όμορφα σαν αυτά που βάζαμε στα τετράδιά μας.
Μια μέρα πριν τα Χριστούγεννα, ο πατέρας κατέβασε το ξεχασμένο κουτάκι. Πήρε μια σκάφη, τη γέμισε νερό, έβαλε μέσα ένα μικρό καραβάκι, που έβγαλε από το κουτί του άναψε φωτιά και κείνο έτρεχε σαν τρελό. Όταν το είδαμε στην αρχή, δεν μας άρεσε, ήταν ένα απλό βαρκάκι χωρίς χρώματα χωρίς πανιά. Μα όταν το είδαμε να τρέχει τρελαθήκαμε από τη χαρά μας. Μέχρι και οι μεγάλες γυναίκες ήρθαν να το δουν. Εδώ μπήκε το μάθημα της δύναμης του ατμού. Αυτή τη δύναμη την είχαν ανακαλύψει οι αρχαίοι μας πρόγονοι. Και έπρεπε να παρακολουθήσουμε τη δύναμή του όταν βράζει το νερό στην κατσαρόλα. Μάθημα τα έκανε όλα ο πατέρας μας.
Εμείς στο σπίτι μας, όσο κι αν σας φαίνεται περίεργο, δεν ξέρω το γιατί , μα τα δώρα, μας τα έδιναν την ήμερα των Χριστουγέννων το πρωί, μεσάνυχτα, τι πρωί, που γυρίζαμε από την εκκλησία. Αυτό το έθιμο το κρατάω και τώρα ακόμη εγώ. Δίνω σε όλους τους αγαπημένους τα μικρά δωράκια μου τα Χριστούγεννα και πάντα έχω στο σπίτι κάποιο μικρό δωράκι για παιδιά που ίσως έρθουν γιατί όχι και για τους μεγάλους, κάτι μικρό ένα φτηνό επιτραπέζιο, ένα Αγιολόγιο του έτους που θα έρθει, ένα στυλό, ένα βιβλίο, ένα κομπολόι, κάτι πολύ απλό και φθηνό.
Εκείνη η χρονιά ήταν η χρονιά των εκπλήξεων την ημέρα των Χριστουγέννων ο πατέρας μας έδωσε από ένα ντενεκεδένιο βατραχάκι που το πατάγαμε και κείνο φώναζε.
Και μεις ξεχάσαμε το δένδρο που το στόλισε η θεία μας η Αθηνά με υπέροχους φιόγκους από ρετάλια υφασμάτων που ήταν από τα ραψίματα της θείας της Γιωργίτσας. Την ίδια χρονιά, το φυτέψαμε δίπλα στα άλλα που είχαμε για τις γρεντές της Αλεξάνδρας.
Τα δώρα προς τις κυρίες του σπιτιού ήταν ένα ρουζ μια κρέμα προσώπου το ΚΑΛΟΝ και κάλτσες νάυλον ή κάτι για την προίκα τους. Η μάνα μου όλο γέμιζε το καλάθι μας με λευτόκαρα να παίζουμε και να την αφήνουμε ήσυχη. Τώρα γιατί ήθελε γέμισμα συνεχώς, μα γιατί με μια πετρούλα ή με τα δόντια μας τα σπάγαμε και τα τρώγαμε και ύστερα με τί θα παίζαμε με τα τσόφλια; Αν τα πλένεμε πριν τα σπάσουμε με τα δόντια μας, χα χα χα, κάτι αστεία που σκέφτεστε.
Εκείνη τη χρονιά πήρα και το πρώτο μου χρυσαφικό. Μη το μαρτυρήσετε το έχασα, ένα ζευγάρι χρυσά σκουλαρίκια καρδούλες με μια μπλέ χανδρούλα στο κέντρο. Μέχρι τότε μου αγόραζαν βραχιολάκια συρμάτερα από τα Γιάννενα και ακόμα δεν είχα βάλει σκουλαρίκια. και κείνα τα κοκκαλάκια με τα λουλούδια που ήταν για τις πλεξίδες ή για το συμμάζεμα των μαλλιών. Μα τα δικά μου μαλλιά ήταν ατίθασα. Ήταν απέναντι από το Ρολόι στα Γιάννενα ένας Παραμυθιώτης που έκανε μόνος του ασημικά και χρυσαφικά και μαλαμοκαπνισμένα υπέροχα...
Εμείς στην Παραμυθιά τότε, τα παλιά τα χρόνια τα Χριστούγεννα, δεν τρώγαμε γαλοπούλες, δεν μας άρεσαν πολύ. Τρώγαμε αρνάκι ή κατσικάκι στη γάστρα ή χοιρινό με σέλινα και πράσα αυγολέμονο και κότα με πατάτες στο φούρνο, γιατί η μάνα μου δεν έτρωγε μοσχάρι. Τα κοτόπουλα τα έκανε η μάνα μας στη γάστρα ή σούπα ή πίτα. Κότα πίτα το Γενάρη κόκκορα τον Αλωνάρη λέει ο λαός μας. Εγώ όταν ζούσε ο Χρήστος μου, τα Χριστούγεννα, έκανα γαλοπούλα γεμιστή μα και στιφάδο κουνέλι ή μοσχάρι, και κατσίκι στη λαδόκολλα, γιατί ακόμα πολλοί δεν τρώνε τη γαλοπούλα. Τα Χριστούγεννα γιόρταζε ο Χρήστος μου, ο αδελφός μου ο Χρήστος, η νύφη μου η Χριστίνα και ο ανεψιός μου ο Χριστάκης.
Ήταν ένα από τα πιο όμορφα Χριστούγεννα της ζωής μου εκείνη τη χρονιά. Ήρθαν πολλές χρονιές καλές και κακές, μα η ζωή πάντα ξεχωρίζει τα καλά, τα βάζει σε κορνίζα μπροστά σου, για να μπορεί να πάει η ζωή παρακάτω. Τα κακά τα διπλοκλειδώνει στο ερμάρι της λησμονιάς. Μα κείνα ξανάρχονται και εμείς τα ξανασπρώχνουμε στης λησμονιάς μας το μυστικό ερμάρι
Γράφει η Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά
www.paramythia-online.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου