Χιόνσε κι σκέπασι τουν τόπου όλο. Κρύφκαν οι δρομ.Μσο μέτρο ανέφκε καικλείσκαμαν στου σπιτ.Έκανα να γβω όξου κι βλιαζ το ποδάρ.Μέχρ του γόνα μ φταν. Ποιο γόνα μ. Μέχρι τσ γοφούς έφτακε. Μέχρ τ'λεκάν μ.
Το'στρωσε κι φράξαν οι θύρες κι έμναν τα ζουντανά στη σταν νηστκά κι αρμακιούνται κι βλάζουν ολ'μέρα.
Δι λέω,καλό καν του χιον. Ψουφάν τα μικρόβια,να σαν κι κείνα που μπήκαν σπιτ τσ Φώτους κι τν'έστειλαν στουν άλλου κόσμου.
Δι λέω να χνιουνίσ,αλλά μη μας φραξ κι τσ πόρτις; Κι μνείσκουν τα ζωντανά νηστκά. Θα τσ κουλλήσ το στουμάχ τσ,απ τ'πείνα αν δι φερ τ'τσάπα κείνους ο Δήμος π'λεν όλοι,θα να'ρθ κι θα να'ρθ κι θα ανοίξ τσ δρόμς. Δυο μερόνυχτα διάφκαν κι αυτός δι φάνηκ ακόμα κι οι πρατίνες μου δεν έχουν ψχη ούτε να βλάξουν.
Και τι να καν η καψαρή η Δέσπω,μες το σπιτ,δεν είχε τίποτα να τ'αρπάξ κι να σκαψ του χιον,ν'ανοίξ,ένα μουνουπάτ να διαβεί να σωσ στα ζωντανά της,να τσ πάει τσιότσιο απ την ταγή που ν'εχ για ώρις σαν κι τουτ που χιόνσε.
Πως να το καν; Π'αργεί κι ο Δήμος; Τώρα π'θα'ρθ το παλιοζάγαρο θα τ'πω ιγώ..Εχ λεν μια μιγάλ τσάπα κι ανοίγ του δρόμο μι τ'μια μα γω δεν τουν γλέπω πθινά.
Ας ερθ κι ας ν'ανοίξ κι μι τσ δυο,μόνο να τσ ανοίξ που θα ψουφίσν οι πρατίνες μ.
Κι άμα θα'ρθ, ιγώ θα τ'πάρω κειν τ'τσάπα τ,κι θα τ'χώσω κατ απ'το σάισμα να μη τ'βρει να τν'έχου να ανοίγου μουναχήμ του δρόμο. Ε,πόσου μιγάλ θα'να'ναι; Ιγώ κάνω ζαφτ του κριάρ που'ναι ζουηρό δε θα κάνω τ'τσάπα; Ας έρθ κι θα τ'δείξου γω αυτνού που μόνου λόγια είνι. Ακούς θα'ρθ; κι πούντος;
Λες να τ'πλάκουσι του χιον τ'τσάπα κι δεν τ'βρίσκει;
Τρία τα μερόνυχτα κι η Δέσπω κι τα ζουντανά κλείσκαν στου χιον. Μ'αυτή δεν καρτερεί μπλιο κι αρπάζ ένα μιγάλο σνι,κείνο που'ψνε το ζμαρ τσ,κι βγαιν όξου κι αρχινάει να ανοίγ μουναχή τσ του δρόμο. Όχι που θα καρτερέσ ακόμα τον Δήμο.
Ποιος ξερ που έκατσε και πιν τα τσίπρα του κι ου κόσμος τουν περμέν..Μωρ καλά θα κανω ιγώ κι θα τ'πάρου την τσάπα τ.
Καλά θα κάνω...Κι δως τ,μι το σνι να καν τη δλεια τσ'τσάπας
τ Δημ. Ένα θόρβο άκσε κι τράει να δει, κι τι να δει; Ένα μχάνμα ίσια μ'ενα τσιουμπάρ μικρό μ'ενα γκβά μιγάλου μπρουστά να σκαβ για ν'ανοίξ ου δρόμους.
Κι άμα έφτακαν κουντά στη Δέσπω κι τσ άφκαν φαΐ κι τσ'άφκαν νιρό που γκάνιαξι στ δίψα,να κατβεί λίγου νιρό στου λάργγα,γιατί του χιον τσ πάγουνε τα χείλια,κι αφού τσ'δώκαν κι τρουφές για τσ πρατίνες κίνησαν να φύουν κι αυτή ντράπκε να ρουτήσ μην είδαν κείνου το Δήμου πθινά; Ντράπκε.
Όλου λόγια πιδίμ. Όλου λόγια. Θα να'ρθ κι θα να'ρθ κι ακόμα να σωσ..Είδαν κι απόειδαν τουτ κι πήραν του γκβα κι άνξαν οι δρομ. Αν καρτερούμαν απ του Δήμου, ακόμα σαν τα πουντίκια στ φάκα θα να'μασταν. Έφααν κι οι πρατίνες τιότσιο και στλώθκαν τα πουδάρια τσ.
Κι κείνο το παλιοτουμάρ του Δήμου αν τον πετύχω πθινά με τ'τσάπα στου χερ, θα του τ'πάρου μι του ζορ.
Ακούς εκεί του παλιουζαγάρ να κουρουϊδεύ τουν κουσμάκι.
Α να χαθεί ου κιαρατάς.. Α να χαθεί.
Ένα λάκο να σκαψ μι τ'τσάπ τ,να χουθεί μέσα,πο'χει κι μούτρα να σιργιανάει ου ψευτς..
Μεις σν Ήπρο κόβαμαν τσ κουβέντες μας, γιατί διν είχαν τιλειωμό

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου