
Γράφει η Αλεξάνδρα Φαρμάκη
Όσοι μου είπαν πως θα μείνουν για πάντα, ήταν οι πρώτοι που έφυγαν. Όσοι ορκίστηκαν πως δε θα με πληγώσουν, βρήκαν τον πιο κομψό τρόπο να το κάνουν. Και κάπου εκεί, ανάμεσα στα λόγια και τις φυγές, έμαθα να κρατάω μικρό καλάθι για τις υποσχέσεις και μεγάλο για τα σημάδια. Δεν πονάω πια όπως παλιά, αλλά δεν εμπιστεύομαι και εύκολα.
Δεν φοβάμαι τη μοναξιά. Τη γνώρισα, την πολέμησα, τη δάμασα. Είναι σκληρή, αλλά ειλικρινής. Δεν υπόσχεται τίποτα και δεν προδίδει ποτέ. Τα βράδια που όλα μοιάζουν βαριά, εκείνη είναι που με κρατάει όρθια. Με ακούει χωρίς να κρίνει, με φιλάει στο μέτωπο και μου θυμίζει ότι επέζησα από όσα κάποτε νόμιζα πως δε θα αντέξω.
Έμαθα πως οι άνθρωποι συχνά φοβούνται ό,τι δεν μπορούν να καταλάβουν. Κι εγώ, βλέπεις, ένιωθα πολύ. Πάντα λίγο παραπάνω. Κι αυτό τους τρόμαζε. Τώρα πια δεν τους κατηγορώ. Καθένας κουβαλάει τις δικές του εκκρεμότητες. Μόνο που εγώ κουράστηκα να πληρώνω το τίμημα των δικών τους φόβων.
Ο κόσμος γύρω μου συνεχίζει να ζητάει μάσκες, να χειροκροτεί τα ψεύτικα και να τρομάζει μπροστά στο αληθινό. Μα εγώ διάλεξα την αλήθεια μου, όσο κι αν πονάει. Διάλεξα να μείνω ολόκληρη. Να περπατώ με ραγισμένα πόδια, αλλά με καθαρή ψυχή.
Δεν περιμένω κανέναν να με σώσει. Δεν έχω πια χώρο για σωτήρες, μόνο για συμπολεμιστές. Αν θες να σταθείς δίπλα μου, έλα χωρίς φόβο, χωρίς ψέμα, χωρίς όρια.
Κι αν όχι, πάλι καλά.
Γιατί, ξέρεις κάτι;
Έμαθα να με σώζω μόνη μου.
Κι αυτό είναι η πιο ήσυχη,
και η πιο δυνατή εκδίκησή μου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου