Ζούσα σε ένα ακριτικό χωριό της Ελλάδας. Κλειστή κοινωνία, ελάχιστοι κάτοικοι. Βρέθηκα εδώ τυχαία όταν πριν 5 χρόνια, χάσαμε το πλοίο με δυο φίλες μου και κινήσαμε για άλλο προορισμό διακοπών, ένα καλοκαίρι του 2015. Ένα καλοκαίρι που αποδείχθηκε μοιραίο…
Από εκείνη τη μέρα, έμεινα εδώ μόνιμα. Οι φίλες μου έφυγαν αλλά εγώ έμεινα πίσω. Με έλεγαν τρελλή αλλά δεν με ένοιαζε. Πρώτη φορά ερωτευόμουν τόσο δυνατά. Γνώρισα τον άντρα μου τη δεύτερη μέρα στο νησί. Μπήκα στο μαγαζί του να αγοράσω δυο πράγματα που ήθελα για να φτιάξουμε πρωϊνό. Τον είδα και έπαθα πλάκα. Νομίζω και αυτός. Την επόμενη μέρα ήμασταν ήδη ζευγάρι. Σε δύο εβδομάδες όμως θα έφευγα για την Αθήνα.
Το βράδυ πριν επιστρέψουμε στην Αθήνα, μου πρόσφερε ένα δαχτυλίδι. “Θέλω να μείνεις για πάντα στη ζωή μου” μου είπε. Δάκρυσα. Ήταν πάρα πολύ νωρίς, δεν ήξερα σχεδόν τίποτα για εκείνον αλλά αποφάσισα να το ρισκάρω. Ήμουν 30, ήταν 35. Ήμασταν αρκετά μεγάλοι να υποστούμε τις συνέπειες. “Ας το ζήσουμε!” του απάντησα. Την επόμενη μέρα το ανακοίνωσα στις φίλες μου, οι οποίες με κοίταζαν με τρόμο. Παραιτήθηκα από τη δουλειά μου στην Αθήνα από την οποία έτσι κι αλλιώς δεν ήμουν ευχαριστημένη και έμεινα στο νησί. Η μητέρα μου (είμαι παιδί μονογονεϊκής οικογένειας, έχασα τον μπαμπά μου ενώ ήμουν 7 χρονών) όταν της το είπα, πήγε να λιποθυμήσει από τον φόβο της. νόμιζε με είχαν απαγάγει και το έκρυβα!
Δύο μήνες μετά, οι φίλες που έφυγαν από το νησί για την Αθήνα χωρίς εμένα και η μητέρα μου, που τρόμαξε, έρχονταν στο νησί για τον γάμο μας. Λίγα άτομα, πολύ αγαπημένα ωστόσο. Ζούσα τον απόλυτο έρωτα. Σύμμαχος αυτού του έρωτα και η μητέρα του. Έμεινε έγκυος στα 16 της από έναν παντρεμένο και όταν αυτός έμαθε για την εγκυμοσύνη της, εξαφανίστηκε. ΄Ετσι αφιέρωσε ολη της τη ζωή να τον μεγαλώσει, οπότε και τη θεωρούσα πολύ ανοιχτόμυαλο άτομο. Η εγκυμοσύνη μου, δεν άργησε να έρθει και αμέσως μετά την πρώτη, σχεδόν ακολούθησε και η δεύτερη. Όποιος και να μου έλεγε πως στα 32 μου, θα έμενα εκτός Αθηνών σε ένα Ακριτικό νησί παντρεμένη και ευτυχισμένη με δύο παιδιά, εγώ που δεν άφηνα μπαράκι για μπαράκι στην Ερμού και στα Εξάρχεια, θα τον έλεγα τρελλό!
Έτσι ήρεμα και όμορφα περνούσε ο καιρός. Ο άντρας μου στο μαγαζί, εγώ στο σπίτι με τα παιδιά, πότε πότε τον βοηθούσα εναλλάξ με τη μητέρα του. Το έξω δεν μας έλειπε, όποτε μπορούσαμε και βγαίναμε και σε σπίτια φίλων πηγαίναμε, δεν μπορώ να πω, είχαμε κοινωνική ζωή και κυρίως είχαμε μια ευτυχισμένη ζωή. Μέχρι πριν από ένα χρόνο…
Πριν από ένα χρόνο, άρχισα να πιάνω κάτι μηνύματα στο κινητό του άντρα μου, περίεργες ώρες. Μου έλεγε πως ήταν προμηθευτές. Ή πως ήταν ο λογιστής του ή ο κολλητός του ενώ πρίν κανείς από αυτούς δεν έστελνε τη νύχτα. Δεν κάθισα να ζητήσω να δω τα μηνύματα τον πίστευα. Άρχισε να περνάει περισσότερο χρόνο στη μητέρα του και στο μαγαζί, σπάνια ερχόταν σπίτι νωρίς. Άρχισα να γονατίζω από την κούραση διότι πλέον δεν με βοηθούσε καθόλου με το σπίτι και τα παιδιά. Σιγά σιγά σταμάτησε να με ακουμπάει, πιστευα ότι εγώ έφταιγα που από τις πολλές δουλειές δεν περιποιούμουν τον εαυτό μου. Που τον έχανες που τον έβρισκες στη μάνα του. Πάντα της είχε αδυναμία εννοείται και ήταν κάθε μέρα σπίτι της αλλά όχι αυτό το πράγμα. Μπορεί να πήγαινε εκεί μετά τη δουλειά και να γύρναγε μετά τα μεσάνυχτα. Μέχρι που άρχισα να πιστεύω πως είχε ερωμένη και απλά η μητέρα του, του έκανε πλάτες. Που να φανταστώ ότι η ερωμένη ήταν…η ίδια του η μητέρα….
Ένα βράδυ χρειαζόμουν σιρόπι για το μικρό αλλά δεν μπορούσα να βγω γιατί έξω έβρεχε και δεν ήθελα να πάρω μαζί μου τα παιδιά. Τον έπαιρνα και δεν μπορούσα με τίποτα να τον βρω. Αναγκαστικά άφησα μια γειτόνισσα σπίτι για δέκα λεπτά να πάω να βρω το φάρμακο. Περνώντας έξω από το μαγαζί του άντρα μου, τα φώτα σβηστά αλλά η πόρτα ήταν κλειστή με τα κλειδιά απ’ έξω. Σφίχτηκε η καρδιά μου, φοβήθηκα ότι είχε γίνει κάτι κακό. Ψυχή στο δρόμο. Άνοιξα και μπήκα. Ακουγόντουσαν βογγητά από την αποθήκη στο υπόγειο. Μου κόπηκε η ανάσα…κατέβηκα να δω. Ήταν ο άντρας μου…με τη μητέρα του….
Αμέσως βγήκα από το μαγαζί και έκανα εμετό. Πίσω μου ο άντρας μου και η μάνα του, με παρακαλούσαν να μπω στο μαγαζί να μου εξηγήσουν. ΤΙ ΝΑ ΜΟΥ ΕΞΗΓΗΣΟΥΝ; ΤΙ ΛΟΓΙΚΗ ΕΞΗΓΗΣΗ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΧΕΙ ΚΑΤΙ ΤΟΣΟ ΑΡΡΩΣΤΟ; Δεν κάθισα εφυγα.
Το ίδιο βράδυ πήρα τα παιδιά και πήγα στη γειτόνισσα. Της είπα πως ο άντρας μου έπρεπε να μείνει στο μαγαζί και φοβόμουν μόνη με το παιδί άρρωστο. Για καλή μου τύχη, την επόμενη μέρα, είχε καράβι για Πειραιά. Πήρα όπως όπως τα παιδιά και γύρισα στη μητέρα μου. Δεν πήρα τίποτα από τα πράγματά μας. Με τα ρούχα που φορούσαμε, φύγαμε σαν κυνηγημένοι. Λες και η ντροπή ήταν δική μου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου